ΦΙΛ

ΦΙΛ

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Νερό: Ιδιωτικό ή δημόσιο;

ή μήπως απλώς καθαρό, ανακυκλούμενο και στο πραγματικό του κόστος;

Ηλίας Ευθυμιόπουλος, 31/03/2013






Στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου, αλλά και σε πολλές αναπτυσσόμενες, η εξυπηρέτηση των αναγκών για πόσιμο νερό είναι στην αρμοδιότητα και την ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με άλλα λόγια η αυτοδιοίκηση είναι η θεσμικά και συχνά συνταγματικά προσδιορισμένη δομή για την διαχείριση των υπηρεσιών τροφοδοσίας αλλά και καθαρισμού του νερού. Η αυτοδιοίκηση μπορεί να ασκεί αυτήν την αρμοδιότητα απευθείας ( με τους δικούς της οργανισμούς) είτε να την αναθέτει σε τρίτους με τη μορφή συμβάσεων παροχής υπηρεσιών.

Στην περίπτωση που την διαχείριση του νερού την έχει ιδιωτική εταιρεία, η κυριότητα του πόρου, των δικτύων και των λοιπών συνοδών εγκαταστάσεων ανήκει στο δημόσιο (με την ευρεία έννοια του όρου). Τελευταία, με τις συμβάσεις παραχώρησης, οι ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να κατέχουν μέρος ή και το σύνολο των υποδομών εφ όσον τις έχουν χρηματοδοτήσει, τουλάχιστον για το διάστημα που διαρκεί η παραχώρηση. Κλασσικό παράδειγμα της δεύτερης κατηγορίας αποτελούν οι μονάδες αφαλάτωσης, που πολύ συχνά είναι έργο ιδιωτικών επενδύσεων, και αποδίδουν στην κοινότητα (τον συμβαλλόμενο) νερό εγγυημένης ποιότητας σε συμφωνημένη τιμή. Στην περίπτωση αυτή, και εφόσον η επένδυση έχει γίνει με σωστό τρόπο από οικονομοτεχνική και περιβαλλοντική άποψη, υπάρχει και πλήρης ανάκτηση του κόστους κατά το πνεύμα της Οδηγίας 2000/60 ΕΚ (Ν. 3199/2003). Αυτό σημαίνει ότι στο κόστος του νερού ενσωματώνονται τα μέτρα αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, οι δαπάνες καθαρισμού με βάση τα πρότυπα ποιότητας και οι εγκαταστάσεις.

Αντίθετα, στην πλειονότητα των κλασσικών εφαρμογών ύδρευσης, δεν υπάρχει κατά κανόνα ενσωμάτωση του «εξωτερικού κόστους» ή υπάρχει μερική ενσωμάτωση, αφού ένα μεγάλο μέρος των υποδομών καλύπτεται από δημόσιες δαπάνες (π.χ τα έργα του Μόρνου) ενώ το περιβαλλοντικό κόστος στο επίπεδο της λεκάνης απορροής δεν καλύπτεται καθόλου (π.χ. εξάντληση των υπόγειων υδροφορέων, εκτροπή ποταμών, στέρηση νερού από άλλους φυσικούς αποδέκτες). Έτσι, σε πολλά δημοτικά/δημόσια συστήματα υδροδότησης, το επιπλέον κόστος μετακυλίεται στον γενικό πολίτη/καταναλωτή, ενώ το περιβαλλοντικό κόστος κυρίως στις επόμενες γενιές ή σε σε κάποιον γείτονα (ενεξάρτητα αν αυτός εν τέλει θα το καταβάλλει).

Ανάκτηση του κόστους δεν συντελείται επίσης και σε όλες εκείνες τις ιδιωτικές (ή και δημόσιες) υδροληψίες όπως είναι για παράδειγμα οι γεωτρήσεις, πολλά ενεργειακά έργα κτλ. αλλά κυρίως στο νερό για αγροτικές χρήσεις. Η ανάκτηση βέβαια του κόστους - όπως και οι ακριβείς υπολογισμοί - είναι αντικείμενο πολλών και διαφορετικών μεθοδολογικών προσεγγίσεων, όμως εν τέλει δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί αν το νερό δεν αποκτήσει το οικονομικό του ανάλογο, ή αν δεν ενσωματωθεί σε κάποιον από τους μηχανισμούς της αγοράς.

Σταδιακά λοιπόν ο αρχικός χαρακτήρας του νερού «ως φυσικού πόρου σε ελεύθερη πρόσβαση» καταργείται στο βαθμό που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπεισέρχονται ρυθμιστικοί παράγοντες που διαφοροποιούν τόσο τη χρήση (δικαίωμα) όσο και την ελευθερία στην πρόσβαση (τιμολόγηση). Βέβαια, πολλοί καταναλωτές που είτε δεν κατανοούν είτε δεν θέλουν να κατανοήσουν την παραπάνω πραγματικότητα, συνεχίζουν να θεωρούν ως αναφαίρετο το δικαίωμά τους στην ελέυθερη χρήση (αν είναι δυνατόν και δωρεάν) παραβλέποντας είτε από άγνοια είτε από εθελοτυφλία ότι το πραγματικό ή το αγοραίο κόστος δεν μπορούν να εξαφανιστούν. Έτσι, το αίτημα για «φτηνό νερό» γίνεται εργαλείο στα χέρια του λαϊκισμού και το κλίμα που αυτό δημιουργεί αναγκάζει πολλούς τοπικούς άρχοντες να επιδοτούν την τιμή του, παρέχοντας μια «κοινωνική υπηρεσία» που κάποιοι άλλοι θα πληρώσουν (ας πούμε το εν γένει κράτος) που για να το καταφέρει, όταν δεν έχει πλεονάσματα, θα δανειστεί και αργότερα για να πληρώσει τα χρέη θα κόψει τους μισθούς και τις συντάξεις.

Έχει λεχθεί ανεκδοτολογικά ότι «ευτυχισμένος καταναλωτής είναι αυτός που δεν θέλει να ξέρει». Το ίδιο θα μπορούσε κανείς να πει και για ένα ευτυχισμένο αριστερό, οικολόγο κτλ. Είναι για παράδειγμα γεγονός ότι σε πολλούς δήμους, η ακαταλληλότητα του νερού στέφει την μεγάλη πλειονότητα των δημοτών αλλά και των τουριστών στην κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού που στοιχίζει γύρω στις 1000 φορές περισσότερο, χωρίς όμως αυτό να προκαλεί κανενός είδους επανάσταση αφού έχει ενσωματωθεί στα πρότυπα συμπεριφοράς ως κάτι φυσικό και αναπόφευκτο και όχι ως συνομωσία του μεγάλου κεφαλαίου (που όντως είναι). Με βάση τα στατιστικά στοιχεία του 2010, η ετήσια κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού παγκοσμίως φτάνει τα 200.000.000.000 λίτρα.

Αντίστοιχος είναι και ο ιδεολογικο-πολιτικός διάλογος γύρω από την ιδιωτικοποίηση του νερού. Οι υπερασπιστές του δημοτικού/κρατικού χαρακτήρα των σχετικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούν επιχειρήματα του τύπου “το νερό είναι αναπαλλοτρίωτο δημόσιο αγαθό” και “η οικονομική κρίση που μαστίζει την Ελλάδα δεν θα πρέπει να αποτελέσει την αφορμή και τη δικαιολογία για εκχώρηση της διαχείρισης των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης σε ιδιωτικά συμφέροντα που δεν παρέχουν καμία απολύτως εγγύηση για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος” (ανακοίνωση της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης- Αποχέτευσης στις 22/4/2013).

Κατ αρχήν να πούμε ότι η έννοια του δημόσιου αγαθού (common good) σηκώνει πολλαπλές ερμηνείες όταν δεν ορίζεται ή όταν ξεχηλώνεται για να χωρέσει σε ιδεολογικά στερεότυπα. Έτσι και οι δρόμοι είναι δημόσια αγαθά (ασχέτως αν τους έχουν κατασκευάσει ιδιώτες) και άρα δεν πληρώνουμε διόδια. Και η ενέργεια είναι δημόσιο αγαθό, και άρα δέον να υπόκειται σε απόλυτα κρατικό έλεγχο – βλέπε ΓΕΝΟΠ, άσχετα αν αυτό έχει ακυρωθεί ήδη από την εποχή που ανακαλύφθηκε η φωτιά: κανείς δεν ζήτησε να κρατικοποιηθούν οι ξυλόσομπες ούτε βέβαια τα φωτοβολταϊκά που έχουμε στη στέγη μας. Γιατί όμως δεν είναι δημόσιο αγαθό το ψωμί ή/και η ασύρματη τηλεφωνική επικοινωνία;

Η συζήτηση είναι ιδιαιτέρως επίκαιρη (εκτός βέβαια από τον Κολομβία που κάποιος κάποτε ανέφερε ως παράδειγμα και έκτοτε το αντιγράφουν οι πάντες) και με αφορμή την επικείμενη (;) ιδιωτικοποίηση των ΔΕΥΑΘ και ΕΥΔΑΠ των οποίων το καθεστώς πολύ απέχει από το σοσιαλιστικό όραμα μιας κρατικοποιημένης οικονομίας στους “στρατηγικούς τομείς” (άλλος προσφιλής και αδιευκρίνιστος όρος). Ας δούμε όμως και τις πραγματικότητες: η ΕΥΔΑΠ είναι ήδη ανώνυμη εταιρεία στο χρηματιστήριο, και στο μετοχικό της κεφάλαιο μετέχουν εκτός του ελληνικού δημοσίου (ΤΑΥΠΕΔ- 61,3%) και της Τράπεζας Πειραιώς (10%), εκατοντάδες άλλοι μικρο-μεγαλομέτοχοι, ενώ στην περίπτωση της ΕΥΑΘ, με την πρόσφατα εξαγγελθείσα πώληση από το μερίδιο του δημοσίου (74%), αναμένεται σύντομα η πολυεθνική Suez να επιχειρήσει να διευρύνει το 5% που ήδη κατέχει. Παράλληλα, δυο μεγάλες εργοστασιακές μονάδες της ΕΥΑΘ έχουν παραχωρηθεί για πενταετή εκμετάλλευση σε κοινοπραξία της ως άνω πολυεθνικής με τεχνική εταιρεία (στοιχεία Ν. Μυλόπουλος).

Δεν ισχυρίζομαι ότι η πώληση είναι αναγκαστικά η καλύτερη λύση. Η απάντηση είναι κατά περίπτωση και με βάση τις ψύχραιμες και αντικειμενικές εκτιμήσεις. Η εξέλιξη όμως δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να καθοδηγηθεί από συνδικαλιστικές σκοπιμότητες ή από αντιπαλότητες κομματικού χαρακτήρα: η γάτα δεν πειράζει να είναι μαύρη ή άσπρη, αρκεί να πιάνει ποντίκια. Να πούμε και για την ιστορία ότι η ιδιωτικοποίηση των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ ξεκινάει από την εποχή του ΠΑΣΟΚ και τις νομοθετικές πράξεις 2744/1999 και 2651/1998 που εισάγουν το μοντέλο των κοινοπρακτικών σχημάτων (Joint Venture) με απορρόφηση των παγίων από τις νέες εταιρείες παγίων, ενώ το δημόσιο έχει ως βασικό ρόλο να προμηθεύει τις ιδιωτικού πλέον χαρακτήρα επιχειρήσεις με ακατέργαστο νερό έναντι ετησίου τιμήματος. Κάτι σαν ΣΔΙΤ δηλαδή που ως γενική σύλληψη είναι στη σωστή κατεύθυνση, άσχετα αν δεν προσφέρεται για ανώριμες κοινωνίες.

http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=17648&sw=1920

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

«Βόρειοι» και «Νότιοι»

Ζούμε, αλήθεια, σε μία εποχή Ευρωπαϊκού εμφυλίου ανάμεσα στους «Βόρειους» και τους «Νότιους»; Με αφορμή τις τρέχουσες δραματικές εξελίξεις στην Κύπρο, θα θέλαμε να επισημάνουμε μια άποψη που φαίνεται πως κινδυνεύει να γίνει κοινός τόπος στο πως αντιλαμβάνονται πολλοί σχολιαστές το ζήτημα της γερμανικής ευρωπαϊκής πολιτικής αλλά και της ευρωπαϊκής πολιτικής γενικότερα. Διαμορφώνεται, λοιπόν, η άποψη ότι αν και υπάρχουν ευθύνες και στις πολιτικές ηγεσίες και τις κοινωνίες του «Νότου», το μεγάλο πρόβλημα αυτή τη στιγμή για την Ευρώπη είναι η πολιτική ηγεσία της Γερμανίας και ένας επεκτατικός πολιτικός και οικονομικός σχεδιασμός της Γερμανικής ελιτ, η οποία αντιλαμβάνεται την Ευρωζώνη ως lebensraum για την οικονομική επέκταση της Γερμανίας. Πάνω σ’ αυτόν τον κοινό τόπο θα θέλαμε να διατυπώσουμε τις παρακάτω σκέψεις:

1. Στην περίπτωση της Κύπρου η αρχική Γερμανική πρόταση φαίνεται ότι ήταν αυτή που όχι μόνο ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αλλά και αυτή που εστίαζε στις κύριες αιτίες της κρίσης, εντοπίζοντας τες στους μεγαλοκαταθέτες και μετόχους των δύο μεγάλων τραπεζών, προστατεύοντας παράλληλα τους καταθέτες μέχρι τις 100.000 ευρώ. Αντίθετα, η Κυπριακή ηγεσία μάλλον φαίνεται ότι έδειξε μεγαλύτερη ευαισθησία για τους μετόχους και τους μεγαλοκαταθέτες, στους οποίους βέβαια περιλαμβάνονταν και οι καταθέσεις της Εκκλησίας, που υποκριτικά διέθεσε “ολόκληρη την περιουσία της” μάλλον για να τη διαφυλάξει. Στην πράξη δηλαδή, οι Γερμανικές προτάσεις προστάτευαν καλύτερα τα συμφέροντα του Κυπριακού λαού, σίγουρα πολύ καλύτερα από την πολιτική του ηγεσία, η οποία υπό τον κ. Χριστόφια, και ενώ εδώ και ενάμιση χρόνο τουλάχιστον ήταν γνωστή η ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης των δύο τραπεζών, “εξαργύρωνε” προκαταβολικά με λόγια του αέρα τα δισεκατομμύρια του φυσικού αερίου και καθησύχαζε τον Κυπριακό λαό λίγο πριν από το βέβαιο θάνατο.

2. Η Γερμανική πρόταση συνετέλεσε σε σαφή αλλαγή προσανατολισμού στην Ευρωπαϊκή πολιτική και στη διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής που θα περιορίζει τη δύναμη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, θα περνά την ευθύνη των επενδυτικών αποφάσεων στους μετόχους και τους μεγαλοκαταθέτες , δεν θα ρίχνει τα βάρη στους φορολογούμενους πολίτες, δίνοντας το δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να σταματά να χρηματοδοτεί μη βιώσιμους πιστωτικούς οργανισμούς. Η Γερμανική πολιτική φαίνεται έτσι ότι αρχίζει να κινείται σε πιο “σοσιαλδημοκρατικές” κατευθύνσεις και τέλος πάντων σε κατευθύνσεις υπέρ των οποίων εδώ και τρία χρόνια η Αριστερά στην Ευρώπη υποτίθεται ότι επιχειρηματολογεί. Ενώ λοιπόν και το γερμανικό SPD και οι γάλλοι σοσιαλιστές συντάχθηκαν σχεδόν απόλυτα σ’ αυτή τη στροφή, η πάντα αργοπορούσα “Αριστερά του Νότου”, της οποίας τα “αριστερά αντανακλαστικά” σε επίπεδο διαμαρτυρίας είναι ιδιαίτερα οξυμμένα, κραυγάζει για μια ακόμα φορά: “Θα πρέπει η ΕΕ να δείξει αλληλεγγύη”. Μα το ερώτημα είναι αλληλεγγύη σε ποιους; Στους μετόχους και μεγαλοκαταθέτες τραπεζών που λήστεψαν όχι μόνο τον ρωσικό αλλά όπως φαίνεται εν τέλει και τον κυπριακό λαό;

3. Φαίνεται επίσης ότι με γεωστρατηγικούς αλλά πρωτίστως με πολιτικούς όρους, ένα τουλάχιστον τμήμα της ”Αριστεράς του Νότου” είναι έτοιμο να συνταχθεί με μία στην ουσία νεοσταλινική, εθνικιστική Ρωσία, η οποία παραβιάζει σχεδόν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της, διοικούμενη από τον πιο πλούσιο Ευρωπαίο, σύμφωνα με τον Luke Harding μέχρι πρότινος ανταποκριτή του Guardian στη Μόσχα, με προσωπική περιουσία που υπολογίζεται γύρω στα 50 δις, και τους ομοίους του. Την ίδια στιγμή, η ίδια Αριστερά σχεδόν καθημερινά στοχοποιεί τη Γερμανική φιλελεύθερη δημοκρατία ως “ναζισμό με άλλα μέσα”. Όποιος έχει ζήσει ή έχει επαφή με τη Γερμανική κοινωνία μπορεί να κατανοήσει εύκολα το πόσο επικίνδυνη, ανιστόρητη και εντελώς ανόητη είναι μια τέτοια στάση απέναντι σε μία κοινωνία, που παρά τα όποια προβλήματα, είναι βαθιά δημοκρατική. Αλήθεια, ποια ακριβώς συζήτηση έγινε και γίνεται στη Ρωσική κοινωνία, μετά από πάνω από 20 χρόνια δημοκρατίας, για τα σταλινικά εγκλήματα; Τα τελευταία χρόνια οι ιστορικές μελέτες στη Δύση φέρνουν στο φως στοιχεία για τις εκκαθαρίσεις δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων είτε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και του πολεμικού κομμουνισμού, είτε την περίοδο της καταναγκαστικής κολλεκτιβοποίησης, είτε κατά τις περιόδους της εκβιομηχάνισης και των συνεχόμενων λιμών, είτε, βέβαια, κατά την τρομοκρατία του τέλους της δεκαετίας του ’30 και την επέκταση του αρχιπελάγους των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας. Ποια συζήτηση, αλήθεια, γίνεται για όλα αυτά στην ίδια τη Ρωσία ή στα πλαίσια της “Αριστεράς του Νότου”, αντίστοιχη με αυτήν που έγινε και συνεχίζει να γίνεται στη Γερμανία για το ναζισμό; Ποια συζήτηση γίνεται για τις πρόσφατες δολοφονίες δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων και τη σημερινή κατάσταση στη Ρωσία; Μία τέτοια συζήτηση είναι ιδιαίτερα σημαντική για όσους από εμάς πιστεύουμε σε μία δημοκρατική Ρωσία, που θα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρωπαϊκής Κοινοπολιτείας.

4. Από πολλές πλευρές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει πολιτική και να εγκαταλείψει τις πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής. Αυτός ο ισχυρισμός προβάλλει ως εναλλακτική λύση μία κεϋνσιανής κατεύθυνσης οικονομική πολιτική, η οποία ποτέ μέχρι τώρα δεν έγινε συγκεκριμένη και για αυτό δεν είναι πειστική. Οι κεϋνσιανού τύπου πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν, ήταν σχεδιασμένες για συνθήκες έθνους-κράτους και για εποχές που το σημερινό επίπεδο παγκοσμιοποίησης ήταν μάλλον σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Η Ευρώπη σήμερα αντιμετωπίζει έναν ανταγωνισμό καινούργιου τύπου, όχι από την “περιφέρεια” αλλά από ένα νέο καπιταλιστικό “κέντρο”, όχι αναπτυσσόμενο αλλά αναπτυγμένο, πολύ πιο φθηνό, πολύ πιο κινητικό, πολύ πιο ευέλικτο. Η πρόκληση της υπεράσπισης του κοινωνικού μοντέλου των Ευρωπαϊκών κοινωνιών, της διατήρησης και επέκτασης των πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών, της ανάπτυξης και της διαμόρφωσης ενός σύγχρονου, ενεργού πολίτη, είναι μία πρόκληση κοσμοϊστορικής σημασίας, που απαιτεί σκέψη, διαβούλευση, επινοητικότητα και θα διαρκέσει αρκετά χρόνια. Η μάχη αυτή είναι πρωτόγνωρη και όσοι διατείνονται πως η συνταγή είναι απλή και εύκολη, είναι απλά ανόητοι. Αυτή η μάχη είναι μια μάχη που και οι λαοί του Νότου μπορούν να δώσουν μόνο ως Ευρωπαίοι πολίτες, που θα κατανοούν τη σημασία συνεννόησης, συζήτησης και συνδιαλλαγής. Μόνο σε τέτοια πλαίσια, οι στρατηγικές διαπραγμάτευσης μπορούν να έχουν νόημα και να είναι αποτελεσματικές. Μόνο σε τέτοια πλαίσια μπορούν να διαμορφωθούν νέες πολιτικές ανάκαμψης, που θα αναιρούν στην πράξη τις πολιτικές λιτότητας και θα δημιουργούν τους όρους για ένα νέο μοντέλο κοινωνικής ανάπτυξης για όλους τους Ευρωπαϊκούς λαούς.

5. Αυτό που και η Κυπριακή κρίση κάνει φανερό είναι ότι η Ε.Ε. αποτελεί το μόνο αξιακό, γεωπολιτικό αλλά και οικονομικό πλέγμα προστασίας, το οποίο μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη, την ανάκαμψη και την πολιτική και κοινωνική αλλαγή. Κατανοούμε, πιθανά καλύτερα σήμερα, ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων αλλά και του μέλλοντος των πολιτών κάθε χώρας, είναι εντελώς απαραίτητο να γίνεται όχι απλά στα πλαίσια της Ε.Ε. αλλά από τη σκοπιά Ευρωπαίων πολιτών της Κύπρου, της Ελλάδας, της Ιταλίας κ.λ.π. Η δημοκρατική Γερμανία, για παράδειγμα, δεν είναι κατάκτηση μόνο του Γερμανικού λαού αλλά και κάθε Ευρωπαίου πολίτη και είναι απαραίτητο να αξιολογείται ως τέτοια. Η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής που θα υπερασπιστεί αποτελεσματικά τους Ευρωπαίους πολίτες θα είναι και αυτή κατάκτηση όλων των Ευρωπαϊκών λαών, στο βαθμό που θα αποφασίσουν να σκέφτονται, να διαλέγονται και να πολιτεύονται με συναίσθηση της ιστορικής σημασίας της υπεράσπισης της συμμετοχής τους στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Τι θα γινόταν, άραγε, αν τελικά επικρατούσε στην Κύπρο η άποψη του κ. Χρυσόστομου, που παρότρυνε “να προχωρήσουμε μόνοι μας”;

Σε ένα κείμενο του λίγο πριν πεθάνει ο Goethe διατύπωσε μια κλίμακα αξιών. Στον πυθμένα της τοποθέτησε αυτούς που δεν αναγνωρίζουν παρά μόνο τα συγγενικά τους πρόσωπα, αυτούς που κλείνονται σε ένα μυωπικό εαυτό και δεν ανοίγονται προς τους άλλους, αυτούς που είναι έτοιμοι να ανακαλύψουν φαντασιακούς εχθρούς για να ξορκίσουν την αδυναμία τους. Όσοι, λοιπόν, σήμερα δεν βλέπουν παρά το “Βόρειο εχθρό”, απλώς μας καλούν να παραμείνουμε “Νότιοι”.

Εύη Δεληπέτρου,

27/03/2013

http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=17528 


Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

( Εξόχως) Αλληγορικόν....







Όταν πήγαινα στο Λύκειο ήμουνα ιδιαίτερα αδύνατος στη Χημεία. Για κάποιους λόγους έβλεπα άσκηση στη Χημεία, και όλα άρχιζαν να γυρίζουν μπρος στα μάτια μου, σε ένα στριφνό, ακαταλαβίστικο ρυθμό.

Η μονάδικη απάντηση που μπορούσα να παρέχω σε αυτό το πρόβλημα, κι εγω, και όσοι άλλοι συμμαθητές μου αντιμετώπιζαν παρόμοια κατάσταση, ήταν το να διαβάζω τη θεωρία κι έτσι να περνάω το συγκεκριμένο μάθημα.

Έτσι λοιπόν, σε όλη τη μαθητική μου ζωή, δε μπόρεσα να λύσω παρά ελάχιστες ασκήσεις Χημείας. Αποδείχθηκα όμως πολύ καλός στο να μιλάω και να απαντάω θεωρητικά γι αυτήν, και να τα λέω τόσο ωραία, ώστε αυτή μου η δυσκολία επί του πρακτέου, πάντα όσον αφορά στο μάθημα της Χημείας, να μη μου σταθεί εμπόδιο για να προχωρήσω στο μέλλον.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Τι θέλουν να είναι η Ν.Δ;

Γεράσιμος Γεωργάτος,

02/03/2013

Όλο και πυκνώνουν τα σημάδια που δείχνουν ότι η Ν.Δ αντιμετωπίζει πρόβλημα ταυτότητας. Ζήτημα που θα απασχολούσε μόνο ή κυρίως την ίδια, αν δεν ήταν ο μεγαλύτερος, και γι` αυτό καθοριστικός για τη συνοχή και την αντοχή, εταίρος της τρικομματικής κυβέρνησης.

Σύγχρονη ευρωπαϊκή κεντροδεξιά ή ευρωσκεπτικιστική λαϊκιστική και εθνικιστική δεξιά. Δύο διαδοχικά γεγονότα δείχνουν ότι η ζυγαριά μπορεί να γύρει, δυστυχώς, και προς το δεύτερο σκέλος της διάζευξης και να αποτελέσουν αυτά τα κύρια χαρακτηριστικά της ταυτότητάς της.

Τα δύο τρίτα και πλέον της νεοδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας, 85 βουλευτές, κατέθεσαν τροπολογία για να συμπεριληφθεί το κριτήριο του γένους για όσους θέλουν να σταδιοδρομήσουν στις ελληνικές ένοπλές δυνάμεις. Πρότειναν δηλαδή το εθνικιστικής ακροδεξιάς και σκοταδιστικής αντίληψης κριτήριο της φυλετικής καθαρότητας να αντικαταστήσει το δημοκρατικό κριτήριο της ιδιότητας του πολίτη με βάση την ιθαγένεια. Πρόθυμους συμμάχους βρήκαν φυσικά τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής και των ΑΝ.ΕΛΛ. Και ορθώς, ορθότατα, αντέδρασαν ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ και λίγα είπαν.

Δεν πέρασαν εικοσιτέσσερις ώρες και οι βουλευτές της ΝΔ καταψήφισαν διατάξεις νομοσχεδίου του υπουργού δικαιοσύνης, Α. Ρουπακιώτη, που πρόβλεπε δικαίωμα αναψηλάφησης μιας δίκης, ακόμα και αν έχει κριθεί από τον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο της Επικρατείας, μετά από προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η δικαιολογία; Αποτελεί …εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας.

Μετά τον εθνικισμό να και ο ευρωσκεπτικισμός. Λες και δεν ξέρουν ότι το 80% της ελληνικής νομοθεσίας είναι «μετάφραση» από τις Βρυξέλες. Λες και αγνοούν πως η ευρωπαϊκή ενοποίηση προωθείται μέσα από την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας σε υπερεθνικά όργανα. Εδώ έχουν καταργηθεί πρώτα οι εθνικοί τελωνειακοί έλεγχοι, ακολούθησε η εκχώρηση του εθνικού νομίσματος με αντικατάστασή του από το ευρώ, - και νόμισμα σημαίνει σύμβολο αντίστοιχο της σημαίας – συνεχίσαμε με ενιαίους δημοσιονομικούς κανόνες και ευρωπαϊκό έλεγχο των εθνικών προϋπολογισμών που αποτελούν την καρδιά του εθνικού κράτους. Η εξουσία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου τους πείραξε; Εκτός αν θέλουν κατάργηση της ζώνης Σένγκεν, επιστροφή στα εθνικά σύνορα, επιστροφή στη δραχμή και προπαντός… εθνοκάθαρση!

Αυτά και κάποια άλλα, όπως η αναθεώρηση του «νόμου Ραγκούση» για την ιθαγένεια ή η σιωπή για τα κατηχητικά της Χ.Α, είναι ανησυχητικά σημάδια κυριαρχίας υπερσυντηρητικών έως και ακροδεξιών αντιλήψεων εντός της ΝΔ. Και το πρώτο που δυσχεραίνουν είναι η ενότητα, η αποτελεσματικότητα και η συνοχή του κυβερνητικού σχήματος, τη στιγμή μάλιστα που τίποτα από τα παραπάνω δεν σχετίζεται με τρόικες και μνημόνια. Δύο κόμματα του προοδευτικού μεταρρυθμιστικού χώρου, όπως το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, μπορούν να διαμορφώσουν συναινέσεις με μια σοβαρή μετριοπαθή ευρωπαϊκού προσανατολισμού κεντροδεξιά, όχι όμως με μια υπερσυντηρητική λαϊκιστική και ευρωφοβική δεξιά. Προφανώς τα παραπάνω οφείλονται και στην απόπειρα της ΝΔ να επαναφέρει στους κόλπους της παραδοσιακούς δεξιούς και ακροδεξιούς ψηφοφόρους από τη Χ.Α και τους ΑΝ.ΕΛΛ για να υπερσκελίσει την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Η πολυσυλλεκτικότητα όμως έχει ένα ορισμένο εύρος μετά από τα όρια του οποίου μια πολιτική δύναμη καταλήγει στη σύγχυση ή στην αλλαγή φυσιογνωμίας.

Σε εποχές κρίσης, ξέρουμε από την ιστορία, ότι οι κοινωνίες αναπτύσσουν συντηρητικά αντανακλαστικά. Όμως ο ρόλος των κομμάτων και των πολιτικών ηγετών δεν είναι μόνο να ακολουθούν το ρεύμα για να αποκομίζουν εκλογικά κέρδη και τσιμέντο να γίνει. Είναι και για να προσανατολίζουν την κοινωνία. Αυτό εξάλλου διακρίνει και τις πολιτικές προσωπικότητες από τους πολιτικούς του συρμού. Η υιοθέτηση ακροδεξιάς ατζέντας ενισχύει την ιδεολογική της διάχυση και κυριαρχία στην κοινωνία και στο τέλος ωφελημένη θα βγει η Χρυσή Αυγή. Το ίδιο συνέβη μεταξύ Σαρκοζί και Λεπέν στη Γαλλία. Η ηγετική ομάδα και ο αρχηγός της ΝΔ ας επιλέξουν με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην κοινωνία, τη χώρα και τους κυβερνητικούς εταίρους, τι θέλουν να είναι η ΝΔ.

http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=16831&sw=1920