ΦΙΛ

ΦΙΛ

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Το έργο παίζεται σε επανάληψη (της Άννυς Ποδηματά)

Τα είδαμε (πάλι) όλα, τις μέρες που προηγήθηκαν. Είδαμε την κατάρρευση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου και είδαμε τις αγορές να μας δείχνουν (πάλι) τα δόντια τους. Είδαμε την πόλωση να κορυφώνεται και το πολιτικό κλίμα να δηλητηριάζεται, είδαμε –κυρίως ακούσαμε- την κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση να καυγαδίζουν για το ποιος ευθύνεται για την άνοδο των spreads και τον αποκλεισμό των αγορών.

Είχε προηγηθεί ο καυγάς «ποιος θα μας βγάλει (ή ποιος θα σκίσει) πρώτος το Μνημόνιο, που κυριάρχησε στην τριήμερη συζήτηση στη Βουλή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης. Επιβεβαιώνοντας την στροφή της κυβέρνησης προς τον αντι-μνημονιακό λαϊκισμό, που σφραγίστηκε από τον ανασχηματισμό, ως απάντηση στην πρωτιά ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές του περασμένου Μαϊου. Ευτυχώς για τη χώρα, οι «μονομάχοι» μπήκαν στην αρένα το βράδυ της Παρασκευής, που οι αγορές, το χρηματιστήριο και οι τράπεζες είχαν κλείσει…

Το έργο όμως το έχουμε ξαναδεί. Έχει παιχτεί πολλές φορές, με διάφορες παραλλαγές, κατά τη διάρκεια της τελευταίας 5ετίας. Και πάντοτε καταλήγει να περιπλέκει, να καθυστερεί και εν τέλει να υπονομεύει την ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι για τους οποίους το έργο επαναλαμβάνεται:

- Ο πρώτος είναι ότι σ' όλη τη διάρκεια της κρίσης το πολιτικό σύστημα απέφυγε συστηματικά τη συζήτηση γύρω από το τι και γιατί μας συνέβη. Γιατί χρεοκοπήσαμε. Κατά καιρούς, από μερικούς αιθεροβάμονες πολιτικούς, διάσπαρτους και μειοψηφικούς, εντός κι αρκετούς πια εκτός των ίδιων τους των κομμάτων, ελέχθησαν κάποια πράγματα αλλά η συντεταγμένη συζήτηση δεν αποτολμήθηκε ποτέ, από κανένα κόμμα. Λογικό, γιατί μια τέτοια ατζέντα θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε καταλογισμό (πολιτικών) ευθυνών και –το κυριότερο-σε τεκτονικές αλλαγές στη δομή, λειτουργία και νοοτροπία του πολιτικού (και όχι μόνο) συστήματος που κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει. Έτσι, οι βασικές παθογένειες σπρώχτηκαν (ξανά) κάτω από το χαλί και στη θέση τους (επαν)ήλθαν τα συνωμοτικά σενάρια για το «ποιος, πώς και γιατί» οδήγησε τη χώρα στο Μνημόνιο και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Έστω με αποχρώσεις και παραλλαγές, όλοι βολεύονταν με την επιλογή να «φορτωθούν» στην τρόϊκα και το Μνημόνιο όλα τα δεινά της χώρας. Η «χρυσή εποχή» του ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη αρχίσει..

- Ο δεύτερος λόγος είναι γνωστός (και σε μας και στους εταίρους και στις αγορές). Είναι η συνεχής και συστηματική απουσία ακόμα και της στοιχειώδους συνεννόησης για να αντιμετωπιστούν τα τεράστια προβλήματα της ελληνικής κρίσης. Το παλιό δικομματικό σύστημα είχε δημιουργήσει μεγάλη παράδοση σ αυτό, την οποία επάξια συνεχίζει και τελειοποιεί ο νέος μικρός δικομματισμός Νέας Δημοκρατίας -ΣΥΡΙΖΑ. Να θυμηθούμε: Την πρώτη περίοδο, η ΝΔ σφυροκοπούσε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με καταγγελίες, με Ζάππεια και ρητορική Καμμένων. Υποκινούμενη από τη δίψα για εξουσία, ζητούσε συνεχώς πρόωρες εκλογές, συμβάλλοντας στη μεγέθυνση του αντι-μνημονιακού μπλοκ και ρίχνοντας νερό στο μύλο του ΣΥΡΙΖΑ. Όπου στο μεταξύ, είχαν αρχίσει να βρίσκουν καταφύγιο πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ, προτιμώντας το δημοφιλές αφήγημα «της επιστροφής στο παρελθόν» από το δυσβάστακτο βάρος της ανάληψης ευθύνης για τη ζοφερή πραγματικότητα.  Όταν, μετά τις εκλογές του 12, η Νέα Δημοκρατία αναγκάστηκε να «κάνει τη στροφή» δημιούργησε ίλιγγο σε στελέχη και ψηφοφόρους της, οδηγώντας τους είτε στην ανεξαρτητοποίηση είτε σε αντι-μνημονιακά κόμματα. Επιχειρώντας σήμερα να τους επαναπατρίσει, (ξανα)θυμάται το αντι-μνημονιακό της παρελθόν, αλλά (αυτό) το γήπεδο έχει πλέον καταληφθεί ολοκληρωτικά από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος - ζητώντας σήμερα επίμονα εκλογές, δεν κάνει τίποτα διαφορετικό απ αυτό που έκανε η Νέα Δημοκρατία το 2012…

- Ο τρίτος λόγος, απότοκος των άλλων δυο, αλλά με ρίζες πιο βαθιές, είναι ο επαρχιώτικος ελληνοκεντρισμός μας. Είναι αλήθεια ότι για την κρίση δεν φταίμε μόνο εμείς, ότι η κρίση ήταν συστημική κι ότι εξελίχτηκε σε κρίση του ευρώ, συνδεόμενη (και) με τις κατασκευαστικές ατέλειες της ευρωζώνης. Είναι αλήθεια ότι οι ηγέτες της ευρωζώνης στρουθοκαμήλιζαν επί μακρόν κι ότι καθυστέρησαν –όπως κι εμείς άλλωστε-να κατανοήσουν τι συνέβαινε και να αντιδράσουν. Είναι επίσης αλήθεια ότι η αντίδραση δεν ήταν μόνο καθυστερημένη, ήταν και αποσπασματική και ιδεοληπτική, με αποτέλεσμα η κρίση να βαθύνει και να διαχυθεί, ενώ θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί πιο γρήγορα και με πολύ μικρότερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Όλα αυτά ισχύουν. Μόνο που δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως «άλλοθι» από μας για τα καθ ημάς αλλά ως επιχειρήματα για διορθώσεις. Πληρώνουμε ακριβά την αδυναμία –ή άρνηση(;)-κατανόησης και προσαρμογής μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος όχι τόσο στους «λογιστικούς» κανόνες της ΕΕ και της ΟΝΕ ( έλλειμμα, χρέος, ενιαία αγορά κλπ.) όσο στη λογική των συνεργειών και των αλληλεπιδράσεων που συνεπάγεται η συμμετοχή στην ΕΕ και κυρίως στην ευρωζώνη. Αυτή η γενική αρχή, που ισχύει γενικώς, ισχύει στο πολλαπλάσιο σε συνθήκες κρίσης κι όταν μάλιστα μέρος της κρίσης είναι και η Ελλάδα. Βασικός κανόνας, η αποφυγή μονομερών κινήσεων (αλλά και δηλώσεων πολλές φορές), χωρίς να έχει προηγηθεί συνεννόηση σε θεσμικό επίπεδο με τους εταίρους. Όχι γιατί «έτσι είναι το σωστό» ούτε γιατί κάποιος στο επιβάλλει. Αλλά γιατί αλλιώς καταλήγεις να πληρώνεις πολύ πιο ακριβά αυτό το οποίο θέλεις να αποφύγεις..

Κάπως έτσι φτάσαμε στα γεγονότα των τελευταίων ημερών.

Οι διαρροές για το τέλος του προγράμματος, την απεμπλοκή από την (εκκρεμούσα) χρηματοδότηση του ΔΝΤ και την επιστροφή μας στις αγορές, «επισημοποιήθηκαν» από την ομιλία του Π/Θ στη Βουλή, την Παρασκευή το βράδυ. Πριν από τη συνάντηση Χαρδούβελη-Λαγκάρντ στο ΔΝΤ και πριν από τη συνεδρίαση του Eurogroup τη Δευτέρα το βράδυ. Μπαίνοντας στο γήπεδο του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση έβαλε το κάρο μπροστά από το άλογο, μην υπολογίζοντας τον κίνδυνο το άλογο να πατήσει το κάρο..

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Στη μακρά ιστορία της κρίσης, όσες φορές κινηθήκαμε μονομερώς, κάτω από την πίεση του εσωτερικού αντι-μνημονιακού μετώπου, το πληρώσαμε ακριβά. Το πληρώσαμε με το δημοψήφισμα, το πληρώσαμε με το «διώξιμο» της τρόϊκας και με άλλα πολλά. Θα έπρεπε να έχουμε μάθει. Διότι, είχε δίκιο ο Χαρδούβελλης όταν είπε ότι «οι αντιδράσεις των αγορών είναι υπερβολικές» και δεν αντανακλούν τα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας. Αλλά ακριβώς επειδή οι αγορές είναι υπερβολικές κι επικρατεί (ξανά) νευρικότητα κι ανησυχία για την εξέλιξη της ευρύτερης κρίσης της ευρωζώνης - λόγω Γαλλίας, Ιταλίας αλλά και Γερμανίας (υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής- θα έπρεπε να είμαστε πιο προσεκτικοί.

Όταν όμως καλλιεργείς συστηματικά την αντίληψη ότι «το Μνημόνιο έφερε την κρίση» κι όχι «η κρίση το Μνημόνιο», αυτό που ακολουθεί είναι ότι «τελειώνοντας με το Μνημόνιο, τελειώνουμε και με την κρίση». Κι ενώ το πραγματικό διακύβευμα για τη χώρα και τους πολίτες είναι το «πότε και το πώς», με την έννοια της σταδιακής, ασφαλούς και καλά προετοιμασμένης εξόδου της χώρας από το πρόγραμμα, μεταθέτεις τη συζήτηση στο «ποιός». Εκεί όμως, από τότε που η ΝΔ έκανε στροφή, «γηπεδούχος» είναι εκείνος που καταγγέλλει και σκίζει το Μνημόνιο με αταλάντευτη συνέπεια, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ…

πηγη: athensvoice.gr

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Κρίσεις ταυτότητας στο μεταρρυθμιστικό πολιτικό σκηνικό στερέωμα

Όσοι μεγαλώσαμε μεταπολιτευτικώς μέσα σε κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς δεχθήκαμε να πιστέψουμε αξιωματικά σε μια πολιτική πλάνη. Κάποιοι θα πουν, όχι σε μια σε πολλές. Πιθανόν, αλλά εδώ μια μας ενδιαφέρει, αυτή που λέει ότι, κάθε κυβέρνηση, η οποία προέκυπτε έπειτα από κάθε εκλογική διαδικασία, ήταν εξ ορισμού «αντιλαϊκή» και δεν αντικατόπτριζε την πραγματική «λαϊκή θέληση».

Αυτός ο τρόπος σκέψης αποτελούσε επί δεκαετίες, και σε ένα βαθμό αποτελεί ακόμα, τη θεωρητική βάση για την άρνηση ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών από την αριστερά. Υποβοηθούμενη από δυο παράπλευρα θεωρητικά κατασκευάσματα αυτό του «δικομματισμού», καθώς και αυτό του «ληστρικού εκλογικού νόμου», η  αριστερά βολεύτηκε για πολλά χρόνια, με κάποιες επί μέρους φωτεινές εξαιρέσεις βεβαίως, στην εκ του ασφαλούς καταγγελία και στη μακάρια άρνηση κάθε κυβερνητικής ευθύνης.

Δεν ήταν έτσι όμως. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, οφείλουμε να κάνουμε τη μεγάλη παραδοχή, ότι δηλαδή οι κυβερνήσεις που συγκροτήθηκαν τουλάχιστον μεταπολιτευτικώς βρισκόντουσαν εν τέλει σε σύμπνοια με τη «λαϊκή βούληση», αποτύπωναν ουσιαστικά αυτό που το εκλογικό σώμα είχε αποφασίσει.

Όσο δούλευε το σχήμα του δικομματισμού τα πράγματα ήταν απλά. Όλα τα παραπάνω σήμαιναν απλά μια εναλλαγή μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Ο εκλογικός νόμος μπορεί να μην ήταν και ότι το δικαιότερο, αλλά κανείς δε μπορεί να ισχυρισθεί ότι οδηγούσε σε κάτι άλλων εκτός ελαφρών παρεκκλίσεων επί του εκλογικού αποτελέσματος, οι οποίες δεν αλλοίωναν το χαρακτήρα της απόφασης του εκλογικού σώματος.

Έχει σημασία να καταλάβουμε αυτό, ότι δηλαδή οι κυβερνήσεις που μας κυβέρνησαν τις περασμένες δεκαετίες ήταν αυτές που τελικά ήθελε ο λαός να είναι. Και έχει σημασία διότι μας βοηθά να δεχθούμε και να κατανοήσουμε ότι, και η παρούσα κυβέρνηση είναι δημιούργημα του εκλογικού αποτελέσματος, είναι και αυτή δηλαδή, ότι ζήτησε ο λαός με την ψήφο του.

Ο λαός θέλει συνεργασίες λοιπόν. Για αυτό και δε δίνει σε κανένα καθαρή και μοναδική εντολή για κυβέρνηση. Οι υπάρχοντες πολιτικοί σχηματισμοί ωθούμενοι από τις φυσικές δυνάμεις της αδράνειας, καθυστέρησαν να το κατανοήσουν αυτό. Αλλά και όταν άρχισαν να αντιλαμβάνονται το νέο ερέθισμα, αυτό πρώτα τους οδήγησε μέσα από νέου τύπου πολιτικές διεργασίες σε μια προσπάθεια επανακαθορισμού της ταυτότητάς τους.

Η αργοπορημένη αντίδραση των πολιτικών σχηματισμών στις νέες απαιτήσεις, είχε σαν επόμενο την καθυστέρηση στην αναδιάταξή τους έτσι ώστε να γίνει σαφέστερη πλέον η διατύπωση των χαρακτηριστικών τους, σύμφωνα με τα νέα σύγχρονα κριτήρια. Για την ακρίβεια η διαδικασία αυτή είναι σε εξέλιξη ακόμα, και πολύ πιθανό σήμερα να ζούμε το κρεσέντο της, ή τουλάχιστον το ξεκίνημά του.

Η αργοπορία όμως αυτή στο καθορισμό νέας σύγχρονης ταυτότητας των πολιτικών σχηματισμών, ήταν το κύριο αίτιο για την καθυστέρηση στην αντιμετώπιση της κρίσης από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που είχαν στον ένα ή στον άλλο βαθμό κοινή ματιά στον τρόπο αντιμετώπισης (ανανεωτική αριστερά – σοσιαλδημοκρατία – φιλελεύθεροι αρνητικών άμα τε και θετικών τυπικών αποκλίσεων).
Για να το πούμε με απλά λόγια, αποδεικνύεται σήμερα ότι οι έως σήμερα προσπάθειες συσπείρωσης των δυνάμεων στη βάση ενός κοινού προοδευτικού μεταρρυθμιστικού λόγου, όπως αυτές οι προσπάθειες εκφράστηκαν και εκφράζονται έως σήμερα, μέσα από πρωτοβουλίες των 58 και Ελιές, πέφτουν στο κενό ακριβώς διότι οι εν δυνάμει φορείς τους δεν έχουν καταλήξει σε βασικά ζητήματα συνοχής τους.

Οι κεντροδεξιές φιλελεύθερες δυνάμεις ζούνε τη δόξα περιθωριακών αριστερών γκρουπούσκουλων άλλων εποχών όταν αφοσιώνονται στο να διεξάγουν «αιματηρούς» ιδεοληπτικούς αγώνες για το αν έχουν δίκιο οι Μονεταριστές, ή οι Αυστριακοί, με τόσο πάθος, ώστε το πάλαι πότε επίδικο αν το Μ-Λ μπαίνει μπροστά ή πριν από το ΚΚΕ να ωχριά μπροστά του. Η αναζήτηση της φιλελεύθερης ιδεολογικής καθαρότητας τους έχει αποκόψει για τα καλά από την κοινωνία.

Η ανανεωτική αριστερά αποδείχθηκε πλήρως ανέτοιμη να αναλάβει ρόλο στις νέες εξελίξεις. Ας μην επαναλαμβανόμαστε, την ιστορία την ξέρουμε όλοι. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Η κίνηση τού Λυκούδη, η οποία προφανώς φιλοδοξεί να στεγάσει όσους θέλουν να φέρουν ακόμα την ταυτότητα της αρχής της παραγράφου, βρίσκεται ακόμα στα καλούπια, δεν έχουν πέσει καν τα μπετά. Πάμε αργά – αργά, με την αριστοκρατική μεγαλοπρέπεια και αμφισημία που δίδαξε ο πατέρας Κρόνος – Κουβέλης.

Σε λίγο πιο προχωρημένη κατάσταση οργανωτικά βρίσκεται το πολλά (υπερβολικά πολλά όμως) υποσχόμενο Ποτάμι. Βεβαίως και αυτό δεν έχει καθορίσει τα περισσότερα στοιχεία της ταυτότητάς του. Σε ένα βαθμό αυτό ίσως ήταν και αρχική επιδίωξη του ιδρυτή του, αλλά όσο περνά ο καιρός θα καθίσταται όλο και περισσότερο αναπόφευκτη η πολιτική σταθεροποίησή του σε αρχές και σημαινόμενα. Ήδη εξοστρακίζονται οι προς ΣΥΡΙΖΑ αλλοιθωρίζοντες, αν και αυτό θα μπορούσε να αποδεχθεί μια πρόσκαιρη κίνηση τακτικής και μόνο.

Μετά την προαναφερθείσα αποτυχία των 58, η προσπάθεια της Ελιάς – Δημοκρατικής Παράταξης φάνηκε η πιο ελπιδοφόρα για όσους παρέμεναν ακόμα πιστοί στην ιδέα μια ενωτικής δημοκρατικής παράταξης. Αποδεικνύεται όμως ότι το ΠΑΣΟΚ, κύριος φορέας και εκφραστής αυτής της προσπάθειας, δε μπορεί να σηκώσει το βάρος πραγματοποιώντας τις αναγκαίες υπερβάσεις για την πραγματική ενωτική ολοκλήρωσή της.

Και δε μιλώ για την πραγματικά αστεία εσωτερική αντιπαράθεση μεταξύ των so called ΓΑΠικών και Βενιζελοσημιτικών, η οποία δίνει στον παραέξω κόσμο την εντύπωση ότι γίνεται μόνο και μόνο για τις σημαίες και τα σύμβολα. Η πραγματική κρίση ταυτότητας αφορά στην Ελιά – Δημοκρατική Παράταξη και αφορά στο χαρακτήρα που αυτή θα έχει ως πολιτικός οργανισμός.

Σε προηγούμενο γραπτό μου καθιστούσα ως σημαντικότερη όλων στην πορεία για το επικείμενο συνέδριο της την ανάγκη να τεθούν συγκεκριμένοι ρητοί και σταθμισμένοι στόχοι, οι οποίοι στο βαθμό της επίτευξής τους θα μετρούσαν την επιτυχία και την αποτυχία της.

Ρητοί και σταθμισμένοι στόχοι σημαίνει να πεις: Εμείς θέλουμε στη Δημοκρατική Παράταξη, τον Άλφα, τον Βήτα, τον Γάμα και τον Δέλτα. Τον Άλφα τον θέλουμε οπωσδήποτε (100%), τον Βήτα 75%, τον Γάμα 50%, και τον Δέλτα 25%. Εννοείται όχι ως επισκέπτες – παρατηρητές – χαιρετιστές αλλά ως συμμέτοχοι και σύμμαχοι. Το μέγεθος της επιτυχίας του Συνεδρίου θα ήταν εύκολα μετρήσιμο πλέον από τον βαθμό της ανταπόκρισης στις προσκλήσεις και επαφές των οργανωτών. Επιπλέον μέσα από αυτή τη διαδικασία θα αποτυπωνόταν επί τέλους η σειρά των επιθυμητών ισότιμων συνοδοιπόρων μας, και έτσι θα ξεκίναγε και μια λογική στο τι είμαστε υποχρεωμένοι να θυσιάσουμε σε μια βάση αμοιβαίων παραχωρήσεων εκατέρωθεν ώστε να επιτευχθεί η «μεγάλη δημοκρατική παράταξη».

Αντ΄ αυτού φαίνεται ότι κερδίζει μια άλλη αντίληψη έδαφος η οποία λέει «πάμε όπως πάμε κι ότι καταφέρουμε». Αρχικά κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αυτή η αντίληψη βασίζεται σε μια αθωότητα και απλή καλή διάθεση να προχωρήσει η δημοκρατική παράταξη μέσα σε ένα πανηγυρικό κλίμα ευφορίας και ψυχικής κεντροαριστερής ανάτασης.

Είναι όμως έτσι στ΄ αλήθεια τα πράγματα ή υπάρχουν βαθύτερα αίτια; Αν ακτινογραφήσουμε λίγο το τι ειπώθηκε στην εκδήλωση της Πέμπτης στο Κάραβελ, και τα πραγματικά νοήματα διαφαίνοντο μέσα από τις ομιλίες κάποιων στελεχών και την παρέμβαση του κ. Βενιζέλου.

Το κλειδί για το ξεκλείδωμα της πραγματικής υπόστασης της υπό δημιουργίαν δημοκρατικής παράταξης αποτέλεσε η περί παραγωγικής ανάπτυξης ομιλία του κ. Καλογήρου, ο οποίος σε ένα κρεσέντο σοσιαλισμού των σέβεντις ονόμασε το δημόσιο τομέα ως το μοναδικό ελπιδοφόρο φορέα αυτής της ανάπτυξης. Θα μπορούσε να πει πολλά κανείς επ΄αυτού. Θα μπορούσε να αναλωθεί σε άσκοπες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις τύπου Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού για την ιδιωτική ή τη δημόσια προέλευση της ανάπτυξης. Θα μπορούσε να αντιπαραθέσει λογικά επιχειρήματα* εναντίον αυτής της θέσης.

Δεν είναι εκεί το πρόβλημα όμως. Το πρόβλημα είναι ότι με αυτό το προωθούμενο σκεπτικό η δημοκρατική παράταξη καπελώθηκε με ένα σοσιαλδημοκρατικό τρόπο οικονομικής ανάπτυξης και μάλιστα παλαιάς εποχής. Είναι σα να λέμε ότι η δημοκρατική παράταξη θα στεγάσει μόνο όσους αποδέχονται αυτό το μοντέλο. Έκτοτε, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης η έννοια «σοσιαλδημοκρατία», συνδυασμένη αρμονικά με την έννοια «ΠΑΣΟΚ» σκέπαζε όλο και πιο πολύ μέσα από τις εισηγήσεις αυτήν την εκδήλωση παίρνοντας κυρίαρχη θέση στο χαρακτήρα της.

Αυτό βέβαια δεν είναι κατ΄ ανάγκη κακό. Ίσως αποδειχθεί και καλό, υπό την έννοια ότι και αυτή η τρίτη μεταρρυθμιστική συνιστώσα, με την εδώ απαριθμούμενη σειρά, αποκτά το χαρακτήρα της, πράγμα που θα βοηθήσει περισσότερο τις συσπειρωτικές διεργασίες στον ευρύτερο χώρο. 

Αρκεί βέβαια να συνειδητοποιήσουμε κάτι βασικό. Δε μιλάμε πλέον για Ελιά, δε μιλάμε για ευρύτερη δημοκρατική παράταξη, η οποία θα σκεπάσει ευρύτερες δημοκρατικές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις. Μιλάμε για ένα σαφώς καλύτερο, σαφώς πιο προοδευτικό, σοσιαλδημοκρατικό, μεταρρυθμιστικό ΠΑΣΟΚ με άλλο όνομα, το οποίο θα πάρει τη θέση του τελευταίου στο κοινωνικοπολιτικό στερέωμα, απαλλαγμένο από τις κακές αναφορές του παρελθόντος.

Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η δημοκρατική παράταξη πλέον δε μπορεί να εκπροσωπήσει το ευρύτερο μεταρρυθμιστικό φάσμα εκτός της σοσιαλδημοκρατίας, τις πιο φιλελεύθερες δυνάμεις αυτές που δε θέλουν να αναγορεύσουν το κράτος σε επίσημο φορέα της επικείμενης ανάπτυξης.

Αυτό που μένει είναι να συγκροτηθεί μεν η δημοκρατική παράταξη με επιτυχία στο επικείμενο συνέδριο της, με πλάνο μακράς πνοής, αλλά να αναγνωρίσει ως ισότιμους συνομιλητές, στο μέτρο που η κοινωνία και το εκλογικό σώμα τους καθιστά τέτοιους, και τους υπόλοιπους υπάρχοντες μεταρρυθμιστικούς πολιτικούς φορείς, και από κει και πέρα να τεθούν οι βάσεις και οι στόχοι για μια εκλογική συνεργασία στη βάση κοινών αποδεκτών αρχών και επιδιώξεων, μέσα από ένα τετραετές πρόγραμμα για την παραγωγική αναστροφή της κρίσης, με λίγα αλλά ουσιαστικά βραχύχρονα απτά αποτελέσματα.

Εμού του ιδίου

*Τα λογικά επιχειρήματα που θα μπορούσε να αντιπαραθέσει κάποιος στην αναγόρευση του δημόσιου ως κύριου φορέα παραγωγικής ανάπτυξης είναι τα εξής:
   Υπάρχουν συγκεκριμένοι οικονομικοί παράγοντες και αίτια που καθιστούν ασύμφορη την ιδιωτική επένδυση, και δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο αυτά θα παραμείνουν ουδέτερα στην περίπτωση της δημόσιας επένδυσης.
Αντίθετα η δημόσια επένδυση υπό αυτό το καθεστώς θα ευνοήσει περιπτώσεις κατάχρησης και παράνομης εκμετάλλευσης του δημόσιου χρήματος.
        
Πραγματικός σκοπός του κράτους είναι να εξαλείψει αυτούς τους παράγοντες ώστε να ανθήσει η μακροπρόθεσμη ιδιωτική επένδυση, και ίσως να παρεμβαίνει ως σκανδάλη σε περιπτώσεις αναγκαίων μακροπρόθεσμων επενδύσεων που τις καθιστούν απαγορευτικά τα κόστη ευκαιρίας ή έχουν ιδιαιτερότητες όσον αφορά το επιχειρούμενο ρίσκο.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Αριστερά και Ευρώπη (του Π.Κ. Ιωακειμίδη)

Γελοιογραφικός χάρτης, ένας από τους πολλούς που κυκλοφόρησαν πριν και κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Βασική θεματολογία του ήταν οι εθνικές διαμάχες, που αναπαρίστανται με στερεότυπα για τα αντιμαχόμενα εθνικά κράτη.

Ποια πολιτική είναι «προοδευτική» στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση


Aπό τον Π.Κ. Ιωακειμίδη 

Η σύγχρονη, έλλογη, δημοκρατική Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι ευρωπαϊκή. Ευρωπαϊκή με τη διττή έννοια: Αφ’ ενός της αταλάντευτης αποδοχής και της προώθησης των «ευρωπαϊκών αξιών», της δημοκρατίας, των ατομικών δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου, της ανοχής, της πολυπολιτισμικότητας. Αφ’ ετέρου της ενεργού προσήλωσης στο στόχο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με την οικοδόμηση της Πολιτικής Ένωσης, ως καταληκτικής κατάστασης της διαδικασίας. 


Η Πολιτική Ένωση πρέπει να έχει καινοτόμο ομοσπονδιακό περιεχόμενο και η Αριστερά δεν πρέπει να φοβάται να χρησιμοποιήσει τον όρο «ομοσπονδία», έναν όρο που αποτελεί ανάθεμα για ορισμένα συντηρητικά , εθνικιστικά, ακροδεξιά κόμματα. Αν και επιχειρούνται πολλές και αμφιλεγόμενες ερμηνείες του όρου «ομοσπονδία», γεγονός είναι ότι η ομοσπονδία συνιστά τη δημοκρατική συγκρότηση διαφορετικών πολιτικών συνιστωσών στη βάση της αρχής «ενότητα στην ποικιλομορφία» (“unityindiversity”). Οπωσδήποτε, η ομοσπονδία συνεπάγεται τη μεταφορά εξουσιών / κυριαρχίας σ’ ένα κέντρο, στη συγκεκριμένη περίπτωση στις Βρυξέλλες, για τη διαχείριση η/και επίλυση των κοινών προβλημάτων, που καμιά συνιστώσα από μόνη της δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά σήμερα. Έτσι, η μεταφορά κυριαρχίας ισοδυναμεί με την ανάκτηση δύναμης για την επίλυση προβλημάτων που διαφορετικά θα παρέμεναν άλυτα.
Μόνο οι εθνικιστικές δυνάμεις αντιμάχονται τη μεταφορά κυριαρχίας. Αλλά η Αριστερά εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι εθνικιστική. Θα πρέπει απλώς να είναι βαθύτατα πατριωτική. (Πατριωτισμός είναι η αγάπη για τη χώρα σου, εθνικισμός η περιφρόνηση, η απέχθεια ή και το μίσος για όλες τις άλλες χώρες, ιδιαίτερα τις γειτονικές). 

Αλλά πέρα από τη γενική αυτή θεώρηση, το ερώτημα είναι γιατί η Αριστερά χρειάζεται να προωθεί και να στηρίζει το στόχο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ένωσης ως ταυτολογικό στοιχείο της μορφολογίας της; Πέρα από οποιεσδήποτε ιδεολογικές αναφορές,  η  απάντηση είναι ότι οι στόχοι της σύγχρονης Αριστεράς δεν μπορούν να υλοποιηθούν παρά μόνο στο υπερεθνικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η  σύγχρονη  Αριστερά θα πρέπει να έχει  πέντε (5) θεμελιακούς προγραμματικούς στόχους, η πραγματοποίηση των οποίων δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο του εθνικού κράτους ή με τη διακρατική συνεργασία, αλλά μόνο στο υπερεθνικό, ευρωπαϊκό επίπεδο της Ευρωπαϊκής  Πολιτικής Ένωσης.

Οι πέντε αυτοί προγραμματικοί στόχοι είναι: 

1. Η διαφύλαξη της ειρήνης και της σταθερότητας στην Ευρώπη (αλλά και παγκοσμίως). Ακούγεται τετριμμένο, αλλά αφετηρία οποιουδήποτε πολιτικού προγράμματος της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι παρά η αποφυγή του πολέμου στην Ευρώπη, η διασφάλιση δηλαδή της ειρήνης και της σταθερότητας ως το πρωταρχικό αγαθό και πλαίσιο ταυτόχρονα για την ανάπτυξη οποιασδήποτε πολιτικής δράσης. Εκατό χρόνια μετά την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου, του «Μεγάλου Πολέμου» για την ήπειρο, και εβδομήντα μετά το τέλος του Δευτέρου, η Ευρώπη δείχνει ότι σχετικά εύκολα μπορεί «να υπνοβατήσει» προς την πολεμική σύγκρουση. Περικλείει τη δυναμική και τις τάσεις, σαν να μην έχει διδαχθεί και πάρα πολλά από τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Η εμπειρία των Δυτικών Βαλκανίων παλαιότερα και η τρέχουσα σύγκρουση στην Ουκρανία το επιβεβαιώνουν.  Ωστόσο, εάν κάτι αποτρέπει την Ευρώπη να διολισθήσει στο κακό παρελθόν των γενικευμένων συγκρούσεων είναι, ακριβώς, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και το σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – με όλες τις ατέλειές του. Αποσύνθεση του θεσμικού συστήματος της Ένωσης θα οδηγούσε, όπως εκτιμάται ευρύτερα, την Ευρώπη σε πόλεμο. (Προκαλεί κατάπληξη επομένως το γεγονός ότι υπάρχουν  ειδήμονες που υποστηρίζουν πως μπορεί να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση και παρά ταύτα η διαδικασία της  ενοποίησης να συνεχισθεί!  Όχι μόνο δεν θα συνεχισθεί αλλά το πιθανότερο είναι η Ευρώπη να κατακερματισθεί και να οδηγηθεί σε γενικευμένο πόλεμο – βλέπε: J. Zielonka, IstheEUDoomed?). Εν πάση περιπτώσει, η Αριστερά ως η κατ’ εξοχήν ειρηνοποιός δύναμη δεν μπορεί να παραβλέπει τη συμβολή της ενοποιητικής διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη  διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην ήπειρο. Και μόνο αυτός ο λόγος θα αρκούσε για να είναι η Αριστερά δυναμικά προσανατολισμένη προς τη βαθύτερη ενοποίηση (Πολιτική Ένωση). Γιατί χωρίς βαθύτερη ενοποίηση μπορεί, πράγματι, να καταρρεύσει. Υπάρχουν όμως τουλάχιστον άλλοι τέσσερις λόγοι. 

2. Η διαφύλαξη του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου, δηλαδή του κοινωνικού κράτους. Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, βαθύτερης οικονομικής αλληλεξάρτησης, ανακατανομής οικονομικών δραστηριοτήτων (άνοδος Κίνας, Ασίας, BRICS, κ.λπ.), το παραδοσιακό κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη, στις διάφορες εθνικές εκδοχές του (σκανδιναβικό, κεντροευρωπαϊκό, μεσογειακό), απειλείται. Μια επιπρόσθετη απειλή προέρχεται από τις τεχνολογικές και, κυρίως, από τις δημογραφικές εξελίξεις. Για την Αριστερά, η υπεράσπιση, η ανάπτυξη, η εμβάθυνση του κοινωνικού κράτους αποτελεί τον τελεολογικό λόγο ύπαρξής της – μαζί με την επίτευξη της «κοινωνίας της ισότητας». Αλλά για να επιβιώσει, πολύ περισσότερο για να αναπτυχθεί το απειλούμενο κοινωνικό κράτος, θα πρέπει να προσαρμοσθεί στα σημερινά δεδομένα και στις προκλήσεις που μνημονεύσαμε. Και βεβαίως, αποτελεί ουτοπία να πιστεύει κάποιος ότι η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους μέσω της προσαρμογής μπορεί να γίνει στο στενό πλαίσιο του εθνικού κράτους. Μπορεί να γίνει μόνο συλλογικά, μέσα στο υπερεθνικό πεδίο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ένωσης, με την πολιτική και τη δράση της Ένωσης, πολύ περισσότερο για τις χώρες μέλη της ευρωζώνης. Τέλος, μια σειρά από άλλες προκλήσεις στο ευρύτερο πεδίο του κοινωνικού κράτους, ιδιαίτερα η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, προκλήσεις για τις οποίες η Αριστερά (οφείλει να) έχει ευαισθησία, μπορούν να αντιμετωπισθούν  αποτελεσματικά μόνο στο υπερεθνικό πλαίσιο της Ένωσης. 

3. Η προώθηση διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης (growth).Αποτελεί προϋπόθεση για τη διαφύλαξη του κοινωνικού κράτους, για τη δημιουργία συνθηκών πλήρους απασχόλησης, κ.λπ. Στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού και της ανακατανομής οικονομικών δραστηριοτήτων, η διατηρήσιμη ανάπτυξη στην Ευρώπη μπορεί συνολικά να επέλθει με την προώθηση νέων οικονομικών δραστηριοτήτων στους τομείς των δικτύων ψηφιακής τεχνολογίας, της οικονομίας της γνώσης και γενικότερα στους τομείς των υπηρεσιών. Οι παραδοσιακές οικονομικές δραστηριότητες έντασης εργασίας μεταφέρονται σε άλλες γωνιές του πλανήτη (Ασία, κ.λπ.). Η προώθηση όμως αυτού του προτύπου ανάπτυξης και οικονομίας προϋποθέτει μια μεγάλη, απελευθερωμένη αγορά, πέρα από τα εθνικά όρια, που θα λειτουργεί με βάση ένα σαφές κανονιστικό πλαίσιο. Διαφορετικά, δεν μπορούν να υπάρξουν οι αναγκαίες επενδύσεις. Όλα αυτά στην πράξη σημαίνουν βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση. Επομένως, εάν ένας έσχατος θεμελιακός στόχος της Αριστεράς παραμένει η επίτευξη της πλήρους απασχόλησης (που πρέπει να παραμείνει), τότε η βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση παραμένει η ρεαλιστική επιλογή. 

4. Η κανονιστική, θεσμική εμπλαισίωση της παγκοσμιοποίησης.  Ένας κεντρικός στόχος της Αριστεράς σήμερα χρειάζεται να είναι η εμπλαισίωση της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης, με κανόνες και θεσμούς. Η σύγχρονη Αριστερά δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι εναντίον αυτής καθ’ εαυτής της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης. Στη βάση της είναι ένα θετικό φαινόμενο, που ανταποκρίνεται και στη διεθνιστική λογική της Αριστεράς. Αλλά η διαδικασία θα χρειαστεί να εκδημοκρατικοποιηθεί. Πρέπει να λειτουργεί με βάση κανόνες και θεσμούς, και όχι χαοτικά, όπως συμβαίνει σήμερα, με τις ισχυρές οικονομικές οντότητες να καθορίζουν τη δυναμική της. Η δημοκρατική κανονιστική και θεσμική εμπλαισίωση της παγκοσμιοποίησης συνιστά την προϋπόθεση, προκειμένου η τελευταία να λειτουργεί ευεργετικά για το σύνολο του πλανήτη και όχι απλά για περιορισμένους συντελεστές και χώρες με ζημιογόνες συνέπειες για τις υπόλοιπες και για το περιβάλλον. Η πίεση και η δυναμική για την κανονιστική εμπλαισίωση της παγκοσμιοποίησης δεν μπορεί, βεβαίως, αξιόπιστα και αποτελεσματικά, να προέλθει από μεμονωμένα εθνικά κράτη Η συλλογική δράση μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να φέρει αποτελέσματα, όπως έχει ήδη φέρει σε ορισμένους τομείς (στον χρηματοπιστωτικό τομέα, για παράδειγμα, αν και πολλά μένουν ακόμα να γίνουν – όπως το υπογραμμίζει η περίπτωση της Αργεντινής) μετά την παγκόσμια κρίση του 2008. Άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να θεωρηθεί ως μια δημοκρατική, κανονιστικά εμπλαισιωμένη εκδοχή της παγκοσμιοποίησης.

5. Η διασφάλιση της θέσης της Ευρώπης στη διεθνή ανακατανομή οικονομικών δραστηριοτήτων.  Η διατήρηση του κοινωνικού κράτους, η επίτευξη ανάπτυξης, απασχόλησης, κ.λπ., προϋποθέτουν ότι οι ευρωπαϊκές χώρες, η Ευρώπη συνολικά, θα μπορέσει να διατηρήσει σοβαρή θέση στη διεθνή ανακατανομή παραγωγικών δραστηριοτήτων που συντελείται. Η διατήρηση της θέσης αυτής (θα) είναι το αποτέλεσμα, τόσο των εσωτερικών προσαρμογών και μεταρρυθμίσεων που θα κάνει η Ευρώπη, όσο και (εξίσου σημαντικό) το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων με την Κίνα, τις ΗΠΑ κ.ά. (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η τρέχουσα διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων – TheTransatlanticTradeandInvestmentPartnership, TTIP). Είναι επιεικώς αστείο να πιστεύει κάποιος ότι διαπραγματεύσεις αυτής της εμβέλειας με ΗΠΑ, Κίνα, BRICS θα μπορούσαν να γίνουν από κάθε εθνική κρατική οντότητα ξεχωριστά. Μόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση ως συλλογικό υπερεθνικό σύστημα μπορεί να διαπραγματευθεί. Αλλά για να διαπραγματευθεί περισσότερο αποτελεσματικά και, ακόμη περισσότερο, για να μπορέσει να παρέμβει αξιόπιστα στις διεθνείς διεργασίες  για τη δημιουργία ενός νέου δημοκρατικού παγκόσμιου συστήματος (με τη διαχείριση, επίλυση συγκρούσεων, κ.λπ.), η Ένωση χρειάζεται να εμβαθύνει την ενοποίησή της στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο, με κατάληξη την Πολιτική Ένωση. 

***

Οι παραπάνω πέντε λόγοι θεωρώ ότι συγκροτούν πειστική πλατφόρμα για μια ολοκληρωμένη φιλοενοποιητική - φιλοευρωπαϊκή τοποθέτηση της  Αριστεράς. Η μορφολογία και το περιεχόμενο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως Πολιτική Ένωση. στην οποία πρέπει να προσβλέπει η Αριστερά, προσδιορίστηκε συνοπτικά  παραπάνω ως  υπερεθνική, δημοκρατική, ομοσπονδιακή Πολιτική Ένωση. Με κεντρικούς κυβερνητικούς θεσμούς δημοκρατικά νομιμοποιημένους και με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στον βασικό ρόλο ως το ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα. Στο πεδίο των πολιτικών, η άμεση προτεραιότητα της Αριστεράς πρέπει να είναι η ολοκλήρωση της νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ), με πλήρη δημοσιονομική και οικονομική ένωση. Αυτό, καταληκτικά, σημαίνει ότι η ευρωζώνη πρέπει να αποκτήσει τη «δημοσιονομική ικανότητα» (fiscalcapacity) –προϋπολογισμό– που θα πραγματοποιεί μεταφορές πόρων (transfers’ union). Σημαίνει επίσης κοινή, συλλογική ευθύνη για το χρέος (αμοιβαιοποίηση), όπως σημαίνει και κοινή κατάρτιση προϋπολογισμού και δημοσιονομική πειθαρχία. Επιπλέον, οδηγεί σε ολοκληρωμένες κοινές κοινωνικές πολιτικές απασχόλησης, ανακατανομής, κοινωνικής προστασίας κ.λπ.  

Για να το πω κάπως διαφορετικά, η Αριστερά χρειάζεται προοπτικά να αποβλέπει στη μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης από ένα κατά βάση οικονομικά φιλελεύθερο μόρφωμα σε σοσιαλδημοκρατικό σύστημα (σύστημα μεγιστοποίησης της ευημερίας των πολιτών). Η Ένωση έχει, τα τελευταία χρόνια, ενσωματώσει ορισμένα σοσιαλδημοκρατικά στοιχεία (ο στόχος της πλήρους απασχόλησης υπάρχει στη Συνθήκη, όπως υπάρχουν και η κοινωνική ρήτρα, η διαρθρωτική πολιτική, ο Χάρτης κοινωνικών δικαιωμάτων κ.ά.),, αλλά σαφώς πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα. 

Στο πολιτικό πεδίο, η ανάπτυξη της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας, με έσχατο στόχο η Ένωση, αν και κατά βάση «πολιτική δύναμη» (civilianpower), να καταστεί ο ένας από τους ισχυρότερους πόλους του διεθνούς συστήματος, θα πρέπει να συγκαταλέγεται στις προτεραιότητες της Αριστεράς. 

Θα αποτελούσε πολιτική αφέλεια να ισχυρισθεί κάποιος ότι κάτω από τις κρατούσες συνθήκες θα μπορούσε η Αριστερά, όσο ισχυρή κι αν είναι, να προωθήσει άμεσα ένα τέτοιο φιλοενοποιητικό πρόγραμμα. Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση δεν πρόκειται ούτε μπορεί να προκύψει από ένα ενοποιητικό bigbang, από ένα συνολικό newdeal  ή compact. Θα προκύψει σταδιακά και εξελικτικά. Αλλά έχει σημασία να γνωρίζει η Αριστερά πού θέλει να πάει, ποιος είναι ο τελικός προορισμός.
Διότι σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να πάει οπουδήποτε, παντού – ακόμη και στην κόλαση...

-------------------------------------------

Βιβλιογραφία

Π.Κ. Ιωακειμίδης, Θα επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση;, Παπαζήσης, 2008
Σέρι Μπέρμαν, Το Πρωτείο της Πολιτικής. Η σοσιαλδημοκρατία και η Ευρώπη του 20ού αιώνα, μετάφραση: Ελένη Αστερίου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014
J. Habermas, The Crisis of the European Union: A Response, Polity, 2012 
J. Peet A. La Guardia, “Unhappy Union. How the Euro crisis – and Europe – can be fixed”, The Economist, 2014
A. Sapir, G.B. Wolf, The Great Transformation: Memo to the Incoming EU Presidents, Bruegel Policy Brief, July 2014.
L. Tsoukalis, The Unhappy State of the European Union, Policy Network, 2014.
J. Zielonka, Is the EU Doomed?, Polity, 2014. 

πηγή: booksjournal.gr

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Σχολείο και ισλαμοφοβία (του Κωστή Παπαϊωάννου)

Στις 21/9 συνέβησαν στη χώρα μας δύο περιστατικά βίας με σαφές αντιμουσουλμανικό στίγμα: πυροβολισμοί εναντίον ναού των Σιχ στη Λεωφόρο Μαραθώνος και φθορές σε λατρευτικό χώρο επίσης των Σιχ στο Κάτω Σούλι. Διαφέρουν προφανώς ποιοτικά και συμβολικά τέτοιες οι επιθέσεις σε λατρευτικούς χώρους από τις συνήθεις βίαιες επιθέσεις κατά Μουσουλμάνων μεταναστών. Την ώρα που ο διεθνής ορίζοντας σκοτεινιάζει στα ανατολικά, δεν έχει επαρκώς επισημανθεί η επίδραση της φονταμενταλιστικής επέλασης στις σχέσεις μας με το Ισλάμ στο εσωτερικό των κοινωνιών μας. Πώς φτάνει ως εμάς, πώς προσλαμβάνεται, ποιες δυναμικές κινεί ο αχός της αγριότητας των τζιχαντιστών; Ποιο απόθεμα φυλετικού και θρησκευτικού μίσους μπορεί να απελευθερώσει;

Ενόψει της πιθανότητας ενός ισχυρού κύματος ισλαμοφοβίας, είναι σημαντικό να δούμε εάν προετοιμάζεται η κοινωνία και οι οργανωμένοι θεσμοί για την πρόληψη του φαινομένου.
Οι καλές πρακτικές δεν σπανίζουν. Στο Ηνωμένο Βασίλειο Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν καθιερώσει το Φόρουμ των Τριών Πίστεων με συνεχείς παρεμβάσεις σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Ο Δήμος του Ρότερνταμ χρηματοδοτεί πλατφόρμα 42 ισλαμικών οργανώσεων με σκοπό να προαχθεί η μεγαλύτερη διαθρησκευτική κατανόηση. Η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου συνεργάστηκε με την ΜΚΟ FAIR (Forum against Islamophobia and Racism) και οργάνωσαν την εκστρατεία «Ισλαμοφοβία– Μην υποφέρετε σιωπηλά». Σκοπός η καταπολέμηση των εγκλημάτων κατά των Μουσουλμάνων και η βοήθεια στα θύματα της ισλαμοφοβίας. Στο Λουξεμβούργο εισήχθη στις λυκειακές τάξεις το σχολικό μάθημα «Θρησκευτική και ηθική διδασκαλία» για τον διαθρησκευτικό διάλογο και τις αρχές των μη χριστιανικών θρησκειών.

Στεκόμαστε ιδιαίτερα στον ευαίσθητο χώρο του σχολείου. Πρόσφατα εκδόθηκαν στα ελληνικά (Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Κέντρο Διαπολιτισμικής Έρευνας και Παιδαγωγικής Παρέμβασης, Τμήμα Ε.Α.Π.Η. του ΕΚΠΑ) οι «Οδηγίες προς εκπαιδευτικούς για την καταπολέμηση της μισαλλοδοξίας και των διακρίσεων εναντίον των Μουσουλμάνων». Πρωτοδημοσιεύτηκαν το 2011 από το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΑΣΕ, την UNESCO και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ο οδηγός περιέχει πλούσιο υλικό αναφοράς, μεθοδολογικές αρχές, στρατηγικές για σχολεία, πηγές και εργαλεία πληροφόρησης.

Θεμέλιο της ισλαμοφοβίας είναι μια σειρά επαναλαμβανόμενων στερεοτύπων στον δημόσιο λόγο περί Μουσουλμάνων. Παραθέτουμε μερικά από τον οδηγό:

«Είναι όλοι ίδιοι», ανεξάρτητα από εθνικότητα, κοινωνική τάξη, πολιτικές θέσεις, καθώς και ανεξάρτητα από το εάν εφαρμόζουν ή όχι στην καθημερινή ζωή κανόνες της θρησκείας τους.

«Έχουν όλοι μοναδικό κίνητρο τη θρησκεία», δηλαδή οι Μουσουλμάνοι φέρονται να αποδίδουν όλοι εξίσου πρωτεύουσα σημασία στη θρησκευτική πίστη. Έτσι, εάν κάποιοι ανάμεσά τους καταφεύγουν στη βία, συνάγεται αυτόματα ότι αυτό οφείλεται στη θρησκεία τους που άρα είναι συνολικά υπέρ της βίας.

«Είναι τελείως «διαφορετικοί», αντιμετωπίζονται δηλαδή σαν τελείως «άλλοι», σαν να μην έχουν ενδιαφέροντα, ανάγκες ή αξίες κοινές με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Δεν αναγνωρίζεται στους Μουσουλμάνους η πιθανότητα να έχουν ιδέες, βάθος και σοφία από την οποία μπορούν να μάθουν και να κερδίσουν οι υπόλοιποι.

«Είναι πολιτισμικά και ηθικά κατώτεροι», επιρρεπείς στον παραλογισμό και τη βία, καταπιεστικοί προς τις γυναίκες, περιφρονητικοί απέναντι σε αντιλήψεις διαφορετικές από τις δικές τους, εχθρικοί και εκδικητικοί απέναντι στη «Δύση» χωρίς κανένα λόγο.

«Αποτελούν απειλή για την παγκόσμια ασφάλεια» Ο δημόσιος λόγος τούς παρουσιάζει γενικά και συνολικά στρατευμένους στη σύγκρουση των πολιτισμών. Όπου αποτελούν μειονότητα θεωρούνται «εσωτερικός εχθρός», με λανθάνουσα ή ανοικτή συμπάθεια προς τη διεθνή τρομοκρατία και υπέρ του «εξισλαμισμού» των χωρών στις οποίες ζουν.

Τέλος, από τα προηγούμενα αναπότρεπτα προκύπτει πως «η συνεργασία μαζί τους είναι αδύνατη». Δεν είναι δυνατή η αρμονική συμβίωση ανάμεσα σε Μουσουλμάνους και λαούς με άλλες θρησκείες ή πολιτισμικές καταγωγές.

Δεν είναι διόλου εύκολη η αποδόμηση αυτών των στερεοτύπων. Αποτελεί σήμερα στόχο της εκπαιδευτικής πράξης; Φοβούμαι πως όχι. Τουλάχιστον όχι στο σχολείο του ενός: ένα έθνος, ένας πολιτισμός, μια θρησκεία. Δεν είναι όμως αμελητέες οι προσπάθειες πολλών εκπαιδευτικών να υπερβούν αυτά τα στενά όρια. Όσοι ενδιαφέρονται, ας αναζητήσουν το πλήρες κείμενο των Οδηγιών στον σύνδεσμο http://www.osce.org/el/odihr/120161?download=true

πηγή: antiphono.wordpress.com

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Σαμαράς, Κουβέλης, Τζήμερος και Θεοδωράκης (του Σεραφείμ Κοτρώτσου)

Από την ανάλυση των ψηφιακών κοινωνικών δικτύων σε συμπεράσματα για το μεσσιανισμό, τον πληθοπορισμό και τη συλλογική ευφυΐα

 

Επί αιώνες οι ερευνητές των κοινωνικών επιστημών προσπαθούν να ερμηνεύσουν τους παράγοντες που επιτρέπουν σε άλλες κοινωνίες να προοδεύουν και σε άλλες να μένουν στάσιμες ή και να οπισθοχωρούν. Μια ενδιαφέρουσα πρόσφατη προσπάθεια είναι το ενδιαφέρον βιβλίο “Why nations fail” των Daron Acemoglu και James Robinson (www.whynationsfail.com). Ωστόσο όλες οι προσεγγίσεις αυτές βασίζονται σε θεωρητικές αναλύσεις και προσπάθειες να επιβεβαιώσουν τις υποθέσεις αναλύοντας ιστορικά παραδείγματα.

Εσχάτως η έρευνα σε αυτόν τον τομέα καθίσταται πολύ αποτελεσματικότερη, γιατί η εμφάνιση και διάδοση των ψηφιακών κοινωνικών δικτύων (digital social networks) τα τελευταία δέκα χρόνια επιτρέπουν τη συστηματική μελέτη των κοινωνικών φαινομένων με τη βοήθεια των μαθηματικών και της πληροφορικής. Πλέον μπορούμε να μετράμε τη μηχανική της αλληλεπίδρασης ανθρώπων σε μια κοινότητα. Πώς ρέουν οι απόψεις μεταξύ των μελών της; Το κοινωνικό δίκτυο συγκλίνει σε κάποια άποψη ή ζει με τις αντιφάσεις του; Οδηγείται στην «αλήθεια» (π.χ. συλλογικά ωφέλιμες αποφάσεις) ή σε «πλάνη» (αυτοκαταστροφικές επιλογές); Τι καθορίζει το αποτέλεσμα;

Είχα την τύχη και την τιμή να παρακολουθήσω πρόσφατα σειρά από διαλέξεις του καθηγητή Γ. Γιαγλή (www.giaglis.eu) στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών γύρω από την εφαρμογή αναλυτικών μεθόδων στα κοινωνικά δίκτυα. Ο κος Γιαγλής παρουσίασε μαθηματική τεκμηρίωση για ορισμένα εξαιρετικά ενδιαφέροντα φαινόμενα στις ψηφιακές κοινότητες.

Σχετίζονται αυτά τα φαινόμενα με τα προβλήματα της χώρας μας; Γιατί διαχρονικά δεν έχουμε αποτελεσματική διακυβέρνηση; Γιατί ούτε ο Σαμαράς τα κατάφερε να μας βγάλει από το αδιέξοδο; Δεν ήθελε; Δεν μπορούσε; Μήπως είναι εξαρχής λάθος το ερώτημα; Γιατί ο Κουβέλης και η ΔΗΜΑΡ οδηγούνται σε εξαφάνιση; Φταίνε οι κρίσιμες λάθος επιλογές; Οι κακές συγκυρίες; Ή μήπως η δομή αυτής της κοινότητας ήταν εξαρχής θνησιγενής; Τι εμποδίζει τον «ΣΥΡΙΖΑ» και τον Αλέξη Τσίπρα να ξεπεράσουν τους συλλογικούς τους μύθους; Μπορεί η επικοινωνιακή προσπάθεια τους για εικόνα πολιτικού ρεαλισμού να συνοδευτεί και από ανάλογη αναδιαμόρφωση της πολιτικής τους πρότασης; Γιατί η «Δημιουργία, ξανά!» και ο Θάνος Τζήμερος δεν πέτυχαν; Πώς η πλέον υποσχόμενη πολιτική κίνηση του ’12 από τη viral σαγήνη της «πολιτικής χωρίς πολιτικούς» κατάφερε να απομονωθεί και να δαιμονοποιηθεί και πλέον αδυνατεί να «σηκώσει κεφάλι» παρά την μεγάλη αναγνωρισιμότητα του Ιδρυτή και Προέδρου της; Μπορεί «το Ποτάμι» να κάνει τη διαφορά; Υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε να κληρονομήσει μόνο τα καλά της «Δημιουργίας, ξανά!» αποφεύγοντας τα λάθη της; Αρκούν οι διαφορές μεταξύ Τζήμερου και Θεοδωράκη ή των άμεσων συνεργατών τους για να διαμορφώσουν μια εντελώς άλλη μεσομακροπόθεσμη προοπτική για τη χώρα; Γιατί ο Καμμένος και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες συρρικνώνονται; Τι κοινό έχουν με αρκετούς από τους παραπάνω; Πώς εξηγείται το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής;

Είπε κάτι για όλα τα παραπάνω ο κος Γιαγλής στις διαλέξεις του; Κατηγορηματικά όχι. Δεν αναφέρθηκε καθόλου στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, ωστόσο αισθάνομαι πως τα συμπεράσματα των αναλύσεών του επεκτείνονται περίπου αυτούσια και στις μη ψηφιακές κοινότητες. Είμαι πεπεισμένος ότι τουλάχιστον εμείς οι Έλληνες είναι επιτακτικό να αναγνωρίσουμε κάποια φαινόμενα ώστε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε το μέλλον της κοινωνίας μας.

Παραθέτω λοιπόν εδώ μερικά από τα κύρια ευρήματα και πώς αυτά σχετίζονται με τα κοινωνικά μας αδιέξοδα, στη χώρα αλλά και τις μικρότερες κοινότητές μας. Παρουσιάζω επιγραμματικά ορισμένες μηχανικές των ψηφιακών κοινοτήτων που πρέπει να μας προβληματίσουν. Ακριβώς μετά την παράθεση των ευρημάτων, επιχειρώ να τα συνδέσω με αυτά που βιώνουμε.

Τα κοινωνικά φαινόμενα

Σύγκλιση (Convergence). Κάθε κοινωνική ομάδα διαθέτει ένα πολύ ισχυρό όπλο, αυτό της συλλογικής ευφυίας. Μπορεί κανένα από τα μέλη της να μην κατέχει τη πλήρη και ακριβή αλήθεια, ωστόσο η ανοιχτή αλληλεπίδραση μεταξύ ικανού αριθμού μελών μιας κοινότητας για εύλογο χρονικό διάστημα αποδεικνύεται μαθηματικά ότι υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις οδηγεί στη σύγκλιση της πλειονότητας των μελών της κοινότητας στην «αλήθεια», όπως την ορίσαμε πιο πάνω.

Έλλειμα πληροφόρησης = συμπεριφορά κοπαδιού (Herding). Όταν υπάρχει έλλειψη πληροφορίας αναπτύσσονται σχετικά εύκολα φαινόμενα αγέλης. Όταν ένα μέλος μιας κοινότητας με σχετικά σημαντική επιρροή κάνει πρώτο μια επιλογή (π.χ. διατύπωση θέσης, διασπορά είδησης κλπ.) - ακόμα και συμπτωματικά - είναι πιθανό να συμπαρασύρει στην ίδια κατεύθυνση μεγάλο αριθμό από μέλη της που δεν έχουν πλήρη επαρκή πληροφόρηση / γνώση επί του αντικειμένου. Πολύ γρήγορα η ενδεχομένως λανθασμένη θέση του θεωρείται κοινός τόπος της κοινότητας. Όμως το «κοπάδι» είναι έρμαιο επόμενων ερεθισμάτων. Η συλλογική άποψή του για τα πράγματα δεν έχει στέρεες βάσεις. Όσο εύκολα και συμπτωματικά μπορεί να δημιουργηθεί η μια τάση, μπορεί να ανατραπεί από μια αντίθετη, συμπαρασύροντας εκ νέου σε εντελώς άλλη πορεία. Ο ίδιος άνθρωπος ή και άλλος με ανάλογη επιρροή / αποδοχή (credibility) είναι δυνατόν να παρασύρει σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση κάποια στιγμή, οδηγώντας το κοπάδι αλλού. Κάπως έτσι μπορείτε να συλλάβετε τον εαυτό σας σε δυο διαφορετικές στιγμές να επικροτεί (π.χ. με Like) δυο κατά βάθος ασύμβατες μεταξύ τους θέσεις. Είναι μάλλον βέβαιο ότι και στις 2 περιπτώσεις το έλλειμμα πληροφόρησης έχει παίξει το ρόλο του.

Εμπόδια επικοινωνίας / αποκλεισμοί / κατακερματισμένες κοινότητες (Separated groups). Η σύνθεση / συναίνεση είναι εξαιρετικά πιθανή σε κοινωνίες ανοιχτές και πολλαπλά διασυνδεδεμένες, δηλαδή αυτές στις οποίες δυνητικά όλοι επικοινωνούν με όλους και υπάρχει ομαλή αλληλεπίδραση με το εξωτερικό περιβάλλον. Αντίθετα, σε κοινωνίες κατακερματισμένες και κλειστές σε επί μέρους ομάδες, π.χ. με ταμπού, στις οποίες ενοχοποιούνται απόψεις ή αξιολογούνται με κύριο κριτήριο το αν προέρχονται από «δικό μας» ή «των άλλων» είναι πολύ πιο απίθανο να οδηγηθούμε σε κοινό τόπο. Κάθε νησίδα (κοινότητα εντός της ευρύτερης κοινωνίας) θα κρατάει τη δική της «αλήθεια» και μεταξύ τους δεν θα μπορέσουν μάλλον ποτέ να συμφωνήσουν ούτε για τα στοιχειώδη.

Η παγίδα των ισχυρών πεποιθήσεων (self-influence). Αν ξεπεράσουμε το εμπόδιο του κατακερματισμού, από τι εξαρτάται το πόσο γρήγορα μια κοινότητα θα συγκλίνει προς την αλήθεια; Σίγουρα αν οι αρχικές απόψεις των μελών μιας κοινότητας διαφέρουν σημαντικά, ο αναγκαίος χρόνος σύγκλισης είναι περισσότερος. Όμως θα υπάρξει τελικά σύγκλιση, έστω με καθυστέρηση; Αυτό εξαρτάται από το πόσο ανοιχτοί είμαστε ο καθένας ξεχωριστά. Πόση διάθεση έχουμε να επανεξετάσουμε τις απόψεις μας; Πόσο ανοιχτοί είμαστε να ξαναδούμε μήπως κάπου έχουμε λάθος ή ατελή άποψη; Αν θέλετε, πόσο ξεροκέφαλοι ή εγωιστές είμαστε; Επειδή κάποια στιγμή τοποθετηθήκαμε με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, είμαστε διατεθειμένοι να το επανεξετάσουμε και ενδεχομένως να αναδιπλωθούμε; Αυτά θα κρίνουν το πόσο γρήγορα θα οδηγηθούμε σε σύνθεση και συναίνεση προς την αλήθεια. Ο βαθμός ανοιχτής αντίληψης ή αλλιώς μη δογματισμού μας είναι αποφασιστικός παράγοντας. Αν π.χ. ο καθένας μας θεωρεί εκ προοιμίου τον εαυτό του τον εξυπνότερο και καλύτερα πληροφορημένο από τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας είναι πιθανό να θεωρεί ότι οι απόψεις των άλλων έχουν μηδαμινή αξία σε σχέση με τη δική του. Σε μια τέτοια κοινωνία προφανώς η επικοινωνία δεν οδηγεί σε πρόοδο. Είναι μια κοινωνία παράλληλων μονολόγων. Κρίσιμα μέλη της κοινότητας εμμένουν στις απόψεις τους και η σύγκλιση προς την αλήθεια παραμένει απατηλό όνειρο.

Αμοιβαία εμπιστοσύνη και συλλογική σοφία (Reciprocal trust implies wisdom). Σε μια κοινότητα με σοφία, είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε όλα τα μέλη της. Αναγνωρίζουμε ότι κάθε άποψη δυνητικά μπορεί να εισφέρει κάτι στη συζήτηση και δεν κατεβάζουμε «ρολά» μόλις το λόγο παίρνει ο … ιδεολογικός μας αντίπαλος ή ακόμα το μέλος της «αντίπαλης» ομάδας. Η εμπιστοσύνη προς κάθε μέλος της ομάδας ως προς την ειλικρινή του διάθεση να συνεισφέρει στη σύνθεση απόψεων μεταφράζεται σε συλλογική σοφία, ακριβώς όπως ο κατακερματισμός οδηγεί σε συλλογικό … αυτισμό. Ακόμα κι αν τμήμα των μελών μιας ομάδας δεν έχει ειλικρινή διάθεση να συνεισφέρει, ο μη αποκλεισμός της έκφρασής του έχει ευεργετικές συνέπειες στην ομάδα. Όσο λοιπόν εξετάζουμε κάθε άποψη για αυτό του εκφράζει και μόνο κι όχι για την ιδεολογία ή την ομάδα από την οποία πηγάζει, τότε κατακτούμε και τη συλλογική σοφία. Δύσκολη προσέγγιση, αλλά τεκμαίρεται ως συλλογικά ωφέλιμη.

Η παγίδα των ατόμων με υπέρμετρη επιρροή (opinion leaders). Σε κοινότητες που δεν υπάρχει υπερβολική προσήλωση σε κάποιο ηγέτη, ο νόμος των πιθανοτήτων οδηγεί την κοινή γνώμη προς τη σύγκλιση (συναίνεση) σε συλλογικά ωφέλιμη για αυτήν θέση. Αντίθετα, σε κοινότητες που χαρακτηρίζονται από ολιγάριθμα πρόσωπα με υπερβολική επιρροή (overly influential agent), πρόσωπα γύρω από τα οποία οι υπόλοιποι συχνά προσδιορίζονται ως θετικά διακείμενοι ή πολέμιοί τους, το «παιχνίδι» είναι μάλλον χαμένο. Τόσο ο Μεσσιανισμός όσο και η δαιμονοποίηση οδηγεί στον εγκλωβισμό των μελών της ομάδας στον ετεροπροσδιορισμό σε σχέση με τα πρόσωπα κλειδιά. Οι οπαδοί μένουν προσηλωμένοι στον ηγέτη και ταυτίζονται με τις απόψεις του ακόμα κι όταν εμφανώς κάνει λάθος. Αντίθετα οι πολέμιοί του δεν ακούν ούτε τα σωστά που μπορεί αυτός να εκφράζει. Ακόμα χειρότερα, οι σωστές προτάσεις του ακυρώνονται και ενοχοποιούνται επειδή εκφράστηκαν από αυτόν. Κάπως έτσι «καίγονται» εξαιρετικές προτάσεις μόνο επειδή έτυχε να διατυπωθούν δημόσια από τον λάθος άνθρωπο. Σε αυτές τις συνθήκες η ανάγνωση της πραγματικότητας του ενός κυριαρχεί για κάθε επί μέρους ομάδα, γύρω από τον παράγοντα με τη μεγάλη επιρροή εντός αυτής. Αν τύχει να είναι σωστή η άποψη του ενός, τότε ίσως να υπάρχει αίσια εξέλιξη. Αν όμως τύχει να είναι ατελής ή εντελώς λάθος, η συλλογική ευφυία της ομάδας ακυρώνεται. Η κοινότητα καταδικάζεται συλλογικά επειδή ταυτίστηκε υπερβολικά με ένα πρόσωπο κλειδί, το οποίο δεν είχε την ουτοπική τύχη να κατέχει την πλήρη αλήθεια.

Ο καταστροφικός ρόλος των οπαδών (influence of followers). Αποδεικνύεται ότι το πρόβλημα που περιγράφεται στο (6) εντείνεται περισσότερο όταν αυτοί που επηρεάζονται από τον ηγέτη, δεν επηρεάζονται παράλληλα από άλλες ανεξάρτητες με αυτόν πηγές. Τεκμηριώνεται πως αν παρακολουθούμε μόνο συγκεκριμένες πηγές πληροφόρησης, π.χ. ένα πρόσωπο υψηλής επιρροής στην κοινότητά μας, τότε εξανεμίζεται η πιθανότητα να έχουμε κριτική στάση απέναντι του. Ακόμα κι αν σκεφτούμε ότι κάπου έκανε λάθος, μάλλον δεν θα το πούμε ούτε καν στον ίδιο. Δεν θα γίνουμε οι δυσάρεστοι. Θα σκεφτούμε πως έχει πει τόσα σωστά που δεν θα τον κακοκαρδίσουμε για τα ασύγκριτα λιγότερα λάθη του. Τα «δικαιούται». Έτσι τον αφήνουμε να κλιμακώνει τη επιρροή του στο μικρόκοσμο της ομάδας και ταυτόχρονα να απομονώνεται από την υπόλοιπη κοινωνία και να αυτόεγκλωβίζεται στο εκάστοτε λάθος του. Γινόμαστε άθελά μας οι χειρότεροι υπονομευτές τόσο του προσώπου όσο και αυτών που για εμάς το πρόσωπο πρεσβεύει. Όσο μάλιστα η επιρροή των οπαδών εντός της κοινότητας αυξάνει, τα πράγματα επιδεινώνονται. Λειτουργούν πρακτικά ως ισχυροί ενισχυτές και επαναλήπτες του μηνύματος που εκπέμπει το πρόσωπο υψηλής επιρροής, προεκτείνοντάς την. Παρά την καλή τους πρόθεση ουσιαστικά δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο την σύγκλιση της κοινότητας στην αλήθεια καθώς ενισχύουν την εσωτερική μονοφωνία εις βάρος της πολυφωνίας. Και φυσικά το πρόβλημα δεν μπορεί να το λύσει ο ηγέτης, αλλά μόνο τα άτομα!

Συμπεράσματα

Το πρώτο φαινόμενο, αυτό της σύγκλισης μιας κοινότητας στην αλήθεια είναι παρήγορο. Αισθάνομαι μια ανακούφιση που αποδεικνύεται ότι μπορούμε να ελπίζουμε σε συναίνεση. Επιβεβαιώνεται ότι η δημοκρατία είναι το τελειότερο πολίτευμα. Μπορούμε να ελπίζουμε, αρκεί να μοχθούμε ώστε να υπάρχουν οι προϋποθέσεις που χρειάζεται να πληρούνται για να λειτουργεί.

Το φαινόμενο της αγέλης και του κατακερματισμού καθιστά ξεκάθαρη τη μεγάλη σημασία του δημόσιου διαλόγου και της πληροφόρησης. Αν σε ένα σοβαρό ζήτημα ο δημόσιος διάλογος είναι εκτενής, ενδελεχής και διεξοδικός, η πληροφορίες γύρω από το θέμα διαχέονται στην κοινωνία. Αν αντίθετα ο δημόσιος διάλογος είναι επιφανειακός, προσχηματικός και πρόχειρος, τα μέλη της κοινότητας επιλέγουν τη θέση τους κυρίως με κριτήρια κοπαδιού. Η δημοκρατία μετατρέπεται σε οχλοκρατία. Ο ρόλος των λειτουργών της πληροφόρησης είναι κρίσιμος. Όμως στην εποχή των ψηφιακών κοινωνικών δικτύων ευθύνη έχει και ο καθένας μας ξεχωριστά, καθώς πλέον διαθέτει τον δικό του «ερασιτεχνικό ραδιοφωνικό σταθμό» από το οποίο εκπέμπει.

Το πρόβλημα του κατακερματισμού εξηγεί τα σημερινά μας αδιέξοδα. Υπάρχει περίπτωση οι Έλληνες να συμφωνήσουμε στα απολύτως βασικά για το μέλλον αυτής της χώρας; Όσο λειτουργούμε περιχαρακωμένοι σε συγκεκριμένες ομάδες ή γύρω από «μεσσίες» και σύμβολα είναι εξαιρετικά απίθανο.

Επιπλέον, διαφαίνεται το πόσο αδιέξοδο είναι ένα πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης, χωρίς θεσμικά αντίβαρα, χωρίς διαφάνεια και μηχανισμούς συλλογικής λήψης αποφάσεων σε κανένα επίπεδο. Αποδεικνύεται επίσης πόσο καταδικασμένα είναι τα προσωποπαγή κόμματα, στα οποία όλοι μένουν προσηλωμένοι στην άποψη του ενός, ελπίζοντας ότι αυτός έχει το όραμα να οδηγήσει σε εθνική πρόοδο. Εξηγείται και τεχνικά γιατί ο Σαμαράς οδηγεί την χώρα, την κυβέρνηση και το κόμμα του στην κατάρρευση. Γίνεται ξεκάθαρο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα καταφέρει να φθάσει στον ρεαλισμό ούτε να πετύχει κάτι πραγματικά καλό και διατηρήσιμο για τη χώρα ή και τον εαυτό του, παρά τις ετερόκλητες συνιστώσες που προσπάθησε να ενσωματώσει, όσο λειτουργεί στη βάση παράλληλων μονολόγων και αγιοποιεί τον Αλέξη. Εξηγείται ασφαλώς και η πορεία της «ΔΗΜΑΡ», της «Δημιουργία, ξανά!» αλλά και άλλων προσωποπαγών πολιτικών σχηματισμών που όταν ξεκίνησαν δημιούργησαν μεγάλες προσδοκίες στον κόσμο που τις στήριξε. Με την ίδια πρόκληση αντιμέτωπο είναι σήμερα και «το Ποτάμι» του Θεοδωράκη. Όσο οι ομάδες εξαρτούν την τύχη τους από «τον έναν και μοναδικό», στην πραγματικότητα άθελά τους την υπονομεύουν.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι πραγματικά μεγάλοι ηγέτες ενδιαφέρονται να συνομιλούν περισσότερο με αυτούς που διαφωνούν μαζί τους. Αντίθετα οι (αυτό)καταστροφικοί ηγέτες κλείνουν τα αυτιά τους στην κριτική, στέλνουν το σύνθημα στους οπαδούς τους να πολεμούν λυσσαλέα κάθε επικριτή τους και τεντώνουν τα αυτά τους μόνο στα χειροκροτήματα και τις δηλώσεις υποστήριξης. Είναι μια κοινή ανθρώπινη αδυναμία, καθώς η άρνηση είναι πάντα η πρώτη αντίδραση σε κάθε τι δυσάρεστο. Όμως αυτή η αδυναμία είναι καταστροφική για τα άτομα υψηλής επιρροής. Ο μεγάλος εχθρός ενός ηγέτη είναι αυτός που του λέει κυρίως καλά πράγματα, ή φωνάζει στα καλά και ψιθυρίζει για τα άσχημα.

Η θεωρία δείχνει πως στις σοφές κοινότητες υπάρχει ισορροπία. Κανείς δεν έχει υπερβολικά υψηλή επιρροή. Μια σχετικά ισορροπημένη διασπορά της επιρροής σε πολλά πρόσωπα και κέντρα είναι πολύ πιο ωφέλιμη από τη συγκέντρωση σε ένα(ν). Η πρόοδος των δυτικών κοινωνιών βασίζεται στο ότι κανείς δεν θεωρείται πως έχει το αλάθητο. Κανείς δεν είναι στο απυρόβλητο. Κανείς δεν αποφασίζει για τα θέματα των πολλών μόνος του. Καμία εντολή εκπροσώπησης δεν είναι λευκή επιταγή δίχως έλεγχο ή ακόμα και δυνατότητα ανάκλησης σε κάποιες περιπτώσεις. Κανείς δεν μπορεί να ασκεί εξουσία χωρίς να δίνει λογαριασμό. Κανένα λόμπι, όσο και ισχυρό αν φαντάζει, δεν μπορεί να διαμορφώσει μόνο του τις εξελίξεις. Κάπως έτσι προοδεύουν οι κοινωνίες.

Η Ελλάδα και οι Έλληνες μπορούμε. Μπορούμε όμως μόνο αν κατεβάσουμε τα εικονίσματα και βγάλουμε τα οπαδικά γυαλιά. Αν συζητούμε ανοιχτά και ισότιμα. Αν διαγράψουμε τις διαχωριστικές γραμμές και δημιουργήσουμε τους θεσμούς ώστε η πληροφορία να είναι σε όλους διαθέσιμη και η λήψη των αποφάσεων να γίνεται με τη δυνατότητα συμμετοχής των ενδιαφερόμενων.
Η έλλειψη προικισμένων ηγετών υπό προϋποθέσεις μπορεί να είναι και ευλογία, αρκεί να υπάρχει συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας για ανοιχτή και ισότιμη επικοινωνία. Σε κάθε περίπτωση η κατασκευή και αποδοχή ηγετών από εντελώς ακατάλληλα υλικά (τρανό παράδειγμα ο Αλέξης) είναι ό,τι πιο επικίνδυνο μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία.

Η κρίση είναι άμεσο αποτέλεσμα της συλλογικής μας πλάνης. Η άρνηση των μελών της κοινωνίας μας να «διαβάσουμε» το φαινόμενο που επί δεκαετίες προετοιμάζαμε και σήμερα βιώνουμε, αναπαράγει το πρόβλημα. Μας εμποδίζει επιπλέον από το να αρχίσουμε να συνθέτουμε συναίνεση γύρω από το δια ταύτα: το δέον γενέσθαι. Και προφανώς το πρόβλημα αυτό δεν επιδέχεται ούτε δεξιά ούτε αριστερή επίλυση. Είναι ένα βαθύ πρόβλημα συλλογικής και ατομικής αυτογνωσίας πάνω στο οποίο καλούμαστε να δουλέψουμε.


Υ.Γ. Πριν στείλω το παραπάνω άρθρο προς δημοσίευση σκέφτηκα να το κοινοποιήσω στον καθηγητή κο Γιαγλή καθώς έχει βασιστεί πολύ στα διδάγματά του. Τα σχόλια που έλαβα επεκτείνουν με παραστατικά παραδείγματα τα παραπάνω συμπεράσματα.

Με την άδειά του τα παραθέτω:

«… Διάβασα το άρθρο με πολύ ενδιαφέρον και συμφωνώ με την κεντρική του ιδέα, ότι δηλαδή η αρχηγοκεντρικότητα του κομματικού μας συστήματος, σε συνδυασμό με τη σχεδόν αγιοποίηση του εκάστοτε “αρχηγού” και την αναπόφευκτα αγελαία συμπεριφορά που αυτή δημιουργεί (θυμήσου τη ρήση του Αβέρωφ “το πρόβατο που φεύγει από το μαντρί, το τρώει ο λύκος” - καθόλου τυχαία η μεταφορά!), αποτελούν σημαντικά συστημικά προβλήματα στη ζωή του τόπου. Εάν είμαστε τυχεροί και ο “αρχηγός” είναι πραγματικά πεφωτισμένος, θα οδηγηθούμε σε σύγκλιση σε σωστά αποτελέσματα, αυτοεκπληρώνοντας όμως παράλληλα την προφητεία μας σε σχέση με την ανωτερότητα του ηγέτη (και δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για να εμπιστευτούμε τυφλά τον επόμενο…). Αν όχι (ή όταν ο ηγέτης κάνει, αναπόφευκτα, και λάθη), θα παραμείνουμε για πολύ καιρό εγκλωβισμένοι σε λάθος επιλογές, αρχικά αρνούμενοι να αντικρύσουμε την πραγματικότητα και στη συνέχεια στρεφόμενοι (ως αγέλη πάντα) εναντίον αυτού που μέχρι χτες θεωρούσαμε τον απόλυτο ηγέτη. Τα ιστορικά παραδείγματα για το δεύτερο πολλά: από παλιότερα (Ελ. Βενιζέλος) μέχρι πολύ σύγχρονα (Α. Παπανδρέου και Καραμανλής ο νεότερος) - αν και στα σύγχρονα, πάω στοίχημα, ότι πολλοί αναγνώστες του άρθρου σου θα αρνηθούν στον εαυτό τους με πόση λατρεία οι ίδιοι τη δεκαετία του 1980 ή στις αρχές του 2000 διατυμπάνιζαν την απόλυτη πίστη τους στον αντίστοιχο αρχηγό και το όραμά του (επειδή σήμερα, κατά πάσα πιθανότητα, τον οικτίρουν για ότι κακό έχει πάθε ο τόπος).

Το πιο ενδιαφέρον δε είναι πόσο εμπεδωμένη είναι αυτή η πεποίθηση ΜΟΝΟ στο πολιτικό/κομματικό μας σύστημα (ίσως ως απόρροια του ιστορικού παρελθόντος μας ως υποτελής λαός για 400+ χρόνια), ενώ γενικά η κουλτούρα μας είναι, θα τολμούσα να πω, αντι-εξουσιαστική και πάντως σίγουρα εναντίον σε, κάθε λογής, αλάθητα. Είναι, για παράδειγμα, ενδιαφέρον πως, ενώ η ορθόδοξη πίστη μας δε δέχεται (και καλά κάνει!) τις μεσαιωνικές δεισιδαιμονίες των καθολικών για το υποτιθέμενο αλάθητο του Πάπα, την ίδια στιγμή δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να αποδώσουμε αντίστοιχα αλάθητα στους δικούς μας ηγετίσκους (κάθε απόχρωσης, ειδικά όμως στα άκρα του πολιτικού φάσματος, όπου η απόλυτη υπακοή είναι συστατικό στοιχείο της δομής και πιθανότατα ψυχολογική προϋπόθεση ταύτισης με τέτοιους σχηματισμούς: Χίτλερ και Στάλιν/Μάο είναι ενδιαφέροντα παραδείγματα, που δεν κουβαλούν τη φόρτιση των αντίστοιχων δικών μας).
…
Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν ταγοί, είτε αυτοί είναι πολιτικοί, είτε δημοσιογράφοι είτε celebrities. Η γνώμη αυτών μετράει, δυστυχώς, υπέρμετρα στη διαμόρφωση των πεποιθήσεων όλων των υπόλοιπων μελών της κοινωνίας, με αποτέλεσμα να μην επέρχεται εύκολα το φαινόμενο της σύγκλισης που αναφέρεις στο άρθρο σου. Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι αυτό της επίδρασης της Jenny McCarthy στη συζήτηση περί των παιδικών εμβολιασμών στις ΗΠΑ (δες http://www.parenting.com/gallery/celebs-and-vaccines?page=9 και αλλού). Η απίστευτη δημοτικότητα που απέκτησε η (επιστημονικά αστήρικτη) άποψη μιας άσχετης με το θέμα κοσμικής κυρίας δημιούργησε ολόκληρο κίνημα στις ΗΠΑ κατά του εμβολιασμού των παιδιών (άποψη που, δυστυχώς, πέρασε τον Ατλαντικό και ακούγεται πλέον και στην Ελλάδα)! Από την άλλη μεριά βέβαια, ευτυχώς για την ιατρική κοινότητα και την υγεία των παιδιών μας, η απίθανη θέση της JM, οδήγησε πολλούς, όχι μόνο επιστήμονες, να δηλώσουν pro-vaccine! (Άλλο ένα φαινόμενο αγέλης).
…
Σε κάθε περίπτωση, σε ευχαριστώ για την αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις.
Φιλικά,
Γιώργος Γιαγλής
»

Πηγή: athensvoice.gr

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Γίνονται ή δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις; To λάθος ερώτημα (Του Πασχάλη Αγανίδη*)

Οι απαντήσεις στο ερώτημα «γίνονται ή δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις;» είναι συχνά αντιφατικές και δημιουργούν παρανοήσεις. Ενώ τα τελευταία χρόνια η νομοθετική παραγωγή είναι ογκώδης, δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα η άποψη που ισχυρίζεται ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι βαθύτερη συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες γιατί το πολιτικό σύστημα (και η τρόικα) έδειξε μεγαλύτερη έμφαση στην (άδικα επιμερισμένη) δημοσιονομική προσαρμογή, αντί στην προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό του κράτους και την προσαρμογή της πραγματικής οικονομίας στους οικονομικούς κύκλους και στη διεθνοποίηση της παραγωγής. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, που είναι κυρίαρχη τόσο στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα όσο και στους εγχώριους μεταρρυθμιστές, το βασικό μας πρόβλημα είναι ότι δεν υλοποιούνται περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, με γρηγορότερο ρυθμό. Οι πιο διαδεδομένες εξηγήσεις του προβλήματος είναι οι αγκυλώσεις του πολιτικού συστήματος, η ισχύς των οργανωμένων συμφερόντων και η θεσμική μας «κληρονομιά» που ευνοεί την ακινησία και όχι την αλλαγή.

Πάντως, παρά την εξηγητική ισχύ του παραπάνω επιχειρήματος, το εύρος των ρυθμιστικών παρεμβάσεων και των θεσμικών αλλαγών στην οικονομία και στη δημοσιονομική διακυβέρνηση δεν μπορεί να προσπεραστεί. Μάλιστα, σε μετρήσεις απόκρισης και προσαρμογής των οικονομιών στις κατευθυντήριες πολιτικές–μεταρρυθμίσεις διεθνών οργανισμών η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των σχετικών κατατάξεων. Η συζήτηση βρίσκεται μπροστά στο παράδοξο η Ελλάδα να έχει πρόβλημα μεταρρυθμίσεων ενώ είναι πρωταθλήτρια των μεταρρυθμίσεων!

Η προφανής απάντηση σ’ αυτό το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα ξεκινά από μια πολύ χαμηλή αφετηρία. Το περιθώριο για θεσμικό catch-up με τις πιο αναπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι πολύ μεγάλο. Επομένως, η ανάπτυξη και ο μετασχηματισμός της οικονομίας προϋποθέτουν όλο και περισσότερες μεταρρυθμίσεις. Καμία αντίρρηση, άλλωστε μια διαφορετική άποψη θα σήμαινε και το τέλος της πολιτικής. Ωστόσο, το πρόβλημα με αυτή τη θέση ξεκινά από τη στιγμή που οι μεταρρυθμίσεις περιβάλλονται με το πέπλο της ουδετερότητας, σε ένα πλαίσιο όπου το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία μοιάζουν περισσότερο με εξωγενείς παράγοντες. Ενα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να είναι μια checklist, ένα μενού πολιτικών που πρέπει να υλοποιηθεί με κάθε συνθήκη, χωρίς κατάλληλο χρονισμό, χωρίς συμπληρωματικότητες, χωρίς συνοδευτικές οικονομικές πολιτικές. Αυτή είναι και μια σοβαρή «πληγή» του προγράμματος προσαρμογής και αποτυπώνεται και στη μονότονη ευρωπαϊκή προτροπή περί «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».

Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα αυτού του προβλήματος. Η έλλειψη συμπληρωματικότητας στις αλλαγές στην αγορά εργασίας. Η μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας που σε συνδυασμό με την ύφεση δημιούργησαν έναν μεγάλο πληθυσμό ανέργων και φτωχών εργαζομένων, όχι μόνο συνοδεύτηκε από περιστολή στην κοινωνική δαπάνη, αλλά, κυρίως, δεν συμπληρώθηκε από μια ουσιαστική μεταρρύθμιση στο κοινωνικό κράτος που θα δημιουργούσε ένα αποτελεσματικό δίχτυ ασφαλείας για τους πιο αδύναμους.

Ο κακός χρονισμός των αλλαγών στη δημόσια διοίκηση παράγει θεσμικές μεταβολές χωρίς εμφανή βελτίωση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, ενώ διαβρώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ των εταίρων της μεταρρύθμισης (κυβέρνηση – εργαζόμενοι). Η αξιολόγηση δεν νοείται ως ευκαιρία όταν χρησιμοποιείται εργαλειακά και με μεγάλη καθυστέρηση, περισσότερο ως παρακολούθημα ποσοτικών στόχων απολύσεων και λιγότερο ως σύστημα δημιουργικής μισθολογικής διαφοροποίησης, επιβράβευσης και ανέλιξης.

Το κακό παράδειγμα εμβληματικών αλλαγών που διαμόρφωσαν τη στρεβλή εικόνα ότι οι μεγάλες αλλαγές είναι ασυμβίβαστες με τη Δημοκρατία υποτιμά ακόμα περισσότερο το νόμισμα της μεταρρύθμισης, την εμπιστοσύνη. Πολύ λίγοι μπορούν να ισχυριστούν σήμερα ότι έχουμε μια καλή, διαφανή και αποτελεσματική δημόσια τηλεόραση.

Επίσης, δεν μπορεί να αγνοείται διαρκώς ο ρόλος της μακροοικονομικής πολιτικής στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε ένα σισύφειο έργο, να προωθεί μεταρρυθμίσεις σε ένα περιβάλλον συνεχούς ύφεσης, χαμηλών προσδοκιών, σκληρής δημοσιονομικής περιστολής και μιας μπλοκαρισμένης νομισματικής πολιτικής.

Με αυτές τις παραδοχές, η ισχύς του επιχειρήματος ότι η Ελλάδα δεν κάνει μεταρρυθμίσεις σχετικά απομειώνεται. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για να φτιαχτούν καλοί θεσμοί στο κράτος και στην οικονομία χρειάζονται βοηθητικές οικονομικές πολιτικές, πολιτικό σχέδιο με χρονισμό και συμπληρωματικότητες, ώστε οι απαραίτητες συγκρούσεις για την αλλαγή τους status quo να μην παράγουν μόνο τυφλές διαιρέσεις και έλλειμμα εμπιστοσύνης, αλλά και συναίνεση. Το ερώτημα αν γίνονται ή δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις είναι ένα λάθος ερώτημα. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ποιες μεταρρυθμίσεις γίνονται, γιατί, πότε και πώς και με ποιες πολιτικές μπορούν να «αποζημιώνονται» οι βραχυπρόθεσμα χαμένοι και να κατανέμονται δίκαια τα οφέλη στους μακροπρόθεσμα κερδισμένους.

Η πραγματική πολιτική συζήτηση, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τις κυβερνήσεις και τα κόμματα, πρέπει να είναι γύρω από μερικές θεμελιώδεις αρχές που αμφισβητούν τη σημερινή «συμβατική σοφία». Οπως ότι η Δημοκρατία δεν μπορεί να είναι ασυμβίβαστη με τις διαρθρωτικές αλλαγές και ότι η υπεράσπιση των αδυνάτων και η καταπολέμηση των ανισοτήτων δεν μπορούν να είναι το αβέβαιο αποτέλεσμα της ανάπτυξης που κάποτε θα έρθει, αλλά οι βασικές προϋποθέσεις της.

Αυτό, άλλωστε, σημαίνει ότι δεν υπάρχει πέπλο ουδετερότητας στις μεταρρυθμίσεις, αλλά αυτές εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο πολιτικής και ιδεολογικής σύγκρουσης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών, μεταξύ πολιτικής και τεχνοκρατίας, μεταξύ μεταρρυθμιστικής ισοπέδωσης και δίκαιης αλλαγής.

………………………………………………………………………………………….

* Οικονομολόγος – πολιτικός επιστήμονας

πηγή: efsyn.gr

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Ηταν ευκαιρία η κρίση; (Του Γιώργου Παγουλάτου)

Βρέθηκα πρόσφατα σε μια συζήτηση που με προβλημάτισε, γιατί έπρεπε να απαντήσω: «Ηταν η κρίση ευκαιρία;». Η πρώτη αντίδραση ήταν η απώθηση προς ένα φθαρμένο κλισέ. «Η κρίση ως ευκαιρία» παραπέμπει σε εγχειρίδια αυτοβελτίωσης, από κείνα που πωλούνται στα βιβλιοπωλεία των αεροδρομίων. Αναδίδει μια απόκοσμη υπεραισιοδοξία, θυμίζει χολιγουντιανούς ήρωες που αναδύονται μέσα από απερίγραπτες καταστροφές, ατσαλάκωτοι, χαμογελαστοί και με τέλεια χωρίστρα.

Υποδηλώνει, με άλλα λόγια, μια πιθανή έλλειψη επαφής με αυτό που συνιστά πραγματικότητα για ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας μας. Το να πεις ότι η κρίση είναι ευκαιρία σε κάποιον που διανύει τον δεύτερο και τρίτο χρόνο ανεργίας είναι ελαφρότητα στα όρια της ύβρεως. Σαν να εκθειάζεις τα πλεονεκτήματα της υψηλής γαστρονομίας σε κάποιον που δεν έχει να πληρώσει ούτε για κουλούρι. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ο αριθμός των νοικοκυριών χωρίς εισόδημα από εργασία διπλασιάστηκε στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Ισπανία. Είναι ζοφερό το φάσμα της κατάθλιψης που η ανεργία και η ανέχεια έχουν απλώσει σε τμήμα του πληθυσμού, αφήνοντας ανεξίτηλα τραύματα σε οικογένειες με παιδιά. Προς όλους αυτούς, που δεν είναι μια κοινωνική υποσημείωση αλλά κορμός της κοινωνίας, η φράση «κρίση ως ευκαιρία» επιδεικνύει έλλειμμα συναισθηματικής νοημοσύνης.

Αλλά η κρίση έφερε και κατάρρευση των ποσοστών απασχόλησης, που μαζί με την επενδυτική πτώση κινδυνεύει να κλειδώσει τις οικονομίες σε κύκλους χαμηλής παραγωγικότητας και στασιμότητας. Αυτό δεν είναι ευκαιρία. Ούτε κάνει η οικονομική κρίση τους ανθρώπους καλύτερους. Μάλλον χειρότερους τους κάνει. Μίζερους, αγχώδεις, ανασφαλείς. Καχύποπτους και κυνικούς. Στη δημόσια σφαίρα ανέδειξε τη δημαγωγία, τη συνωμοσιολογία και το σύνδρομο θυματοποίησης. Εξέθρεψε τον δεξιό και αριστερό λαϊκισμό. Και από δίπλα, τον πολιτικό λόγο των άκρων, τυφλή αγανάκτηση και μίσος. Δεν είναι ευκαιρία, είναι παρακμή.

Ομως, τα επιχειρήματα του αντιλόγου είναι επίσης ισχυρά. Οι κρίσεις έχουν ένα στοιχείο δημιουργικής καταστροφής, και όχι μόνο στην οικονομία. Πρώτα εκδηλώνεται η καταστροφή και ακολουθεί η δημιουργία. Τα ανεξέλεγκτα ελλείμματα είναι πια πίσω μας. Η κατάρρευση αντιπαραγωγικών μονάδων δίνει τη θέση της σε αποδοτικότερη αξιοποίηση πόρων. Αμέτρητοι επαναπροσδιορίζουν σιωπηρά τη στρατηγική τους, έχοντας αντλήσει τα διδάγματα της κρίσης. Επιχειρήσεις ανοίγονται στη διεθνή αγορά, καταλαβαίνουν ότι η εγχώρια κατανάλωση δεν αρκεί να τους κρατήσει στον αφρό. Εικοσάρηδες και τριαντάρηδες δεν περιμένουν δουλειά από το ρουσφέτι, αναζητούν να φτιάξουν κάτι δικό τους. Και υπάρχουν πια οργανωμένες πρωτοβουλίες και θεσμοί για να τους στηρίξουν. Οι καταναλωτές γίνονται επιλεκτικοί. Οικογένειες των μεσοστρωμάτων καταλαβαίνουν ότι η εύκολη ανοδική κινητικότητα έχει τελειώσει, επενδύουν στην εκπαίδευση των παιδιών τους και δυο-τρεις ξένες γλώσσες. Οι νέοι δουλεύουν σκληρότερα στο σχολείο και το πανεπιστήμιο – μπορούν να βασιστούν μόνο στον εαυτό τους. Ταυτόχρονα ανθεί η κοινωνική αλληλεγγύη και αυτοοργάνωση των συνανθρώπων, που σπεύδουν να καλύψουν τις τρύπες του κοινωνικού κράτους. Στα ευγενέστερα τμήματα της κοινωνίας αναδύεται ένας νέος πατριωτισμός του πολίτη, που δεν επαφίεται στο κράτος και στα κόμματα: ο ίδιος, με τους φίλους του, θα κάνει την πατρίδα καλύτερη.

Είναι δημοφιλής η μηδενιστική άποψη, ότι τίποτα καλό δεν έγινε τα τελευταία αυτά χρόνια της καταστροφικής κρίσης, ή ότι τίποτε δεν άλλαξε στο κράτος. Ομως πολλά έγιναν και πολλά άλλαξαν. Μεταρρυθμίσεις υπό πίεση, που αρκετές αποτελούν το νέο θεσμικό και οικονομικό κεφάλαιο της χώρας. Από τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού και τον εκσυγχρονισμό της φορολογικής διοίκησης μέχρι την καλύτερη λειτουργία των αγορών. Πράγματα αναγκαία, που άλλοι Ευρωπαίοι είχαν κάνει προ πολλού, που το πολιτικό μας σύστημα αρνιόταν πεισματικά να εφαρμόσει. Και που οι θετικές συνέπειές τους θα εκδηλωθούν όταν πάμε στην ανάκαμψη.

Από το σοκ της Μεγάλης Υφεσης η Αμερική έμαθε πολλά. Εφτιαξε ρυθμιστικούς θεσμούς και πολιτικές του New Deal που επέζησαν πενήντα κι εξήντα χρόνια. Οι Αμερικανοί παρέμειναν συνετοί αποταμιευτές και καταναλωτές για δύο γενιές μετά το κραχ του 1929. Η Γερμανία, από την πλευρά της, μέσα από το τραύμα του υπερπληθωρισμού της Βαϊμάρης, εμπέδωσε έναν ισχυρό «φόβο πληθωρισμού», που πάνω του χτίστηκε όλο το θεσμικό σύστημα της μεταπολεμικής νομισματικής σταθερότητας. Και ευαισθησία για τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, που το 1932 άνοιξαν δρόμο στον ναζισμό.

Οι μεγάλες κρίσεις χαράσσονται στη μνήμη και παράγουν θεσμούς με διάρκεια. Είναι ήδη μαζί μας μια συλλογική μνήμη δυσανεξίας προς την υπερχρέωση, τις καταναλωτικές ακρότητες, τη δημόσια διαφθορά. Με λίγη τύχη, το θεσμικό πλαίσιο της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα μακροημερεύσει. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, παρά τον λαϊκισμό του, αποδέχεται ότι μια οικονομία δεν μπορεί να λειτουργεί εσαεί με ελλείμματα. Τα πιο νουνεχή στελέχη του θα παραδέχονταν ότι η ζωή στο ευρώ απαιτεί πρωτογενή πλεονάσματα, ανταγωνιστική παραγωγική βάση και εξωστρεφή προσανατολισμό.

Μπορεί να μη βγούμε καλύτεροι άνθρωποι μέσα από το καθαρτήριο της κρίσης. Αλλά η συλλογική μνήμη του τραύματος θα μας θυμίζει τα λάθη, και θα μειώνει την ευκολία με την οποία κινδυνεύουμε να τα επαναλάβουμε.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

πηγή: kathimerini.gr