ΦΙΛ

ΦΙΛ

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Μια φανταστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση!


Από τότε που τέλειωνα το λύκειο, έχω το συναίσθημα ότι κάθε υπουργός Παιδείας βάζει προσωπικό στοίχημα με τον εαυτό του να φτιάξει ένα χειρότερο σύστημα από τον προκάτοχό του.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με το νέο νομοσχέδιο για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που δόθηκε στη δημοσιότητα αυτές τις μέρες. Οι ανακολουθίες προθέσεων και αποτελέσματος είναι προφανείς.

Η σημαντικότερη εξαγγελία είναι ότι επιτυγχάνεται επιτέλους η αποσύνδεση λυκείου – εισαγωγικών εξετάσεων. Πρόκειται περί κατάμουτρης κοροϊδίας. Πως μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι κάτι τέτοιο καθίσταται εφικτό, όταν για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προσμετράται και ο μέσος όρος των βαθμών των τριών τάξεων του Λυκείου;

Προφανής είναι επίσης και η προσπάθεια να στηριχθεί τεχνητά και η τεχνική – επαγγελματική εκπαίδευση, με τεχνάσματα όπως ο περιορισμός των επιλογών από τη Γενική εκπαίδευση, η μείωση των αριθμού των εισακτέων της κλπ.

Η ουσία είναι ότι το νέο σύστημα είναι τόσο στριφνό και δαιδαλώδες που, θα έλεγε κανείς, είναι φτιαγμένο για να αποτύχει. Βέβαια ο κ. Υπουργός θα έχει κάνει το καθήκον του και δε θα είναι πλέον εκεί για να λογοδοτήσει, όπως δε λογοδότησε κανείς από όσους κατείχαν το ίδιο αξίωμα επί δεκαετίες για την κατάσταση στην οποία έχουν σύρει την Ελληνική εκπαίδευση.

Προσωπικά δε θα μιλήσω για το ότι οι μαθητές θα πιεστούν. Ίσως οι μαθητές θα πρέπει να πιεστούν κάπως, για να επιτύχουν θετικά αποτελέσματα, αρκεί αυτό να γίνει με σωστό, ωφέλιμο, και επιστημονικό τρόπο.

Ούτε επίσης είμαι αρνητικός στο θέμα της βαθμοθηρίας, εφόσον βέβαια αυτή αντικατοπτρίζει συνεπή και πραγματική προσπάθεια του μαθητή. Το θέμα με τη βαθμοθηρία είναι ότι “it takes two to tango”. Θέλω να πω πως τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν οι καθηγητές οι οποίοι ανταποκρίνονται με έναν άκομψο τρόπο στο κυνήγι του βαθμού, χαρίζοντας πληθωριστικές βαθμολογίες.

Η μεγαλύτερη ένσταση μου είναι ότι το παιδί στην ηλικία των 15 & 16 δεν είναι σε καμιά περίπτωση έτοιμο να πάρει μια τόσο μεγάλη απόφαση που θα καθορίσει το τι επιστημονικό κλάδο θα ακολουθήσει. Και αυτό το γεγονός δε λαμβάνεται υπ όψη από κανέναν από τους ιθύνοντες. Λάβετε κατά νου ότι αυτή άποψη προέρχεται από κάποιον που του άρεσαν τα αρχαία, τέλειωσε τρίτη δέσμη, προσπάθησε επανειλημμένα να γίνει φιλόλογος ώσπου τελικά τα έφερε έτσι η ζωή και ανακάλυψε ότι η κλίση του ήταν τα οικονομικά.

Ένα ακόμα ιδεολόγημα το οποίο κυριαρχεί στους σχεδιασμούς, και με το οποίο διαφωνώ κάθετα, είναι ότι θα πρέπει να περιοριστούν οι εισακτέοι στην επιστημονική εκπαίδευση, και να διοχετευθούν σε τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση. Το οξύμωρο είναι ότι όσοι προβάλλουν αυτήν την ελιτίστικη άποψη έχουν τελειώσει επιστημονική εκπαίδευση. Θα έπρεπε λοιπόν να ξέρουν ότι η εκπαίδευση στο πανεπιστήμιο τρόπο σε εισάγει σε διαφορετικές μεθόδους ανάλυσης και  σε έναν τρόπο σκέψης επιστημονικό, με τον οποίο μπορείς να αναλύεις διάφορα ζητήματα και να παίρνεις ολοκληρωμένες αποφάσεις.

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να λέμε ότι δε χρειάζονται να γίνουν όλοι επιστήμονες ας γίνουν και κάποιοι υδραυλικοί (λες κι έχουμε έλλειψη) αλλά να γίνουν, ει δυνατόν, και οι υδραυλικοί επιστήμονες. Τα standards όσο προοδεύει η κοινωνία πρέπει να ανεβαίνουν. Όλο και περισσότεροι πρέπει να γίνονται κοινωνοί της επιστημονικής γνώσης και του επιστημονικού τρόπου σκέψης. Με τον τρόπο που προωθείται επικοινωνιακά το όλο θέμα δίνεται την εντύπωση ότι έχουμε να κάνουμε απλά με τα παιδιά ενός κατώτερου θεού και ως εκεί.

Η ουσία είναι ότι ως την ηλικία των 17 θα πρέπει το παιδί να παίρνει από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μια ολοκληρωμένη γενική παιδεία, η οποία θα παρέχεται κοινά σε όλους. Σκοπός της θα είναι η δημιουργία ολοκληρωμένων μελών της κοινωνίας με δικαίωμα στην άποψη στη γνώση και στη γνώμη. Αυτό επιβάλλει ο νόμος της ισότητας απέναντι στους θεσμούς της πολιτείας. Επίσης σε εκείνη περίπου την ηλικία ο νέος, έχοντας περάσει αυτήν την προηγούμενη γενική εκπαίδευση, θα καλείται να πάρει μια υπεύθυνη θέση για το τι πραγματικά θέλει να ακολουθήσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εξυπακούεται ότι θα είναι ελεύθερος να δοκιμάσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί και θα του δοθούν ισότιμα όλες οι ευκαιρίες που προβλέπονται γι αυτό το σκοπό.

Για να γίνουν τα παραπάνω πρέπει να αλλάξουν άρδην και ριζικά πραγματικά πολλά στο σύστημα της εκπαίδευσής μας.

Κατά αρχήν πρέπει να αλλάξει η συνοχή των βαθμίδων της εκπαίδευσης.

Προνήπιο, νήπιο, και έως την Δ΄ Δημοτικού θα είναι η νέα ενιαία βαθμίδα πρωτοβάθμια εκπαίδευσης. Από την πρώτη κοινωνικοποίηση, τα πρώτα μαθήματα λόγου & γραφής έως την πλήρη διδασκαλία των βασικών πράξεων αριθμητικής.

Από Ε΄ Δημοτικού έως και Γ΄ Γυμνασίου θα εκτείνεται η νέα ενιαία βαθμίδα δευτεροβάθμιας προλυκειακής εκπαίδευσης. Σημαντικό προτέρημα αυτής της διάταξης θα είναι η αποφυγή επικαλύψεων ύλης, όπως συμβαίνει τώρα σε μαθηματικά, ιστορία κλπ, κάτι το οποίο θα καταστήσει παραγωγικότερη τη βαθμίδα αυτή της εκπαίδευσης. Εννοείται ότι δυο ώρες δογματικά θρησκευτικά τη βδομάδα είναι έγκλημα. Εξοικονομώντας ώρες από τα παραπάνω, θα δοθεί σε μαθήματα πολιτειακής αγωγής, και κοινωνικοποίησης (μουσική, τέχνη, αθλητισμός) το βάρος που τους αρμόζει. Η ιστορία δε, και τα μαθήματα παπαγαλίας γενικότερα, θα διδάσκονται διαδραστικά.

Οι σημαντικότερες αλλαγές θα επέλθουν στο νέο Λύκειο, το οποίο θα περιλαμβάνει δυο τάξεις πλέον. Σε αυτές τις δυο τάξεις θα διδάσκονται μαθήματα γενικής παιδείας, αλλά με το πρίσμα και τις αυξημένες απαιτήσεις που αρμόζουν σε ένα υποψήφιο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με αυτόν τρόπο τελειώνοντας κάποιος το Λύκειο θα έχει κατά τεκμήριο την απαιτούμενη κριτική ικανότητα, αλλά και ένα ευρύ πεδίο γνώσεων σε προεπιστημονικό επίπεδο ως εφόδιο για τη ζωή του.  Εννοείται ότι για μαθητές οι οποίοι για μαθησιακούς λόγους αδυνατούν να παρακολουθήσουν αυτή τη βαθμίδα θα υπάρχουν εναλλακτικές διέξοδοι τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Η Γ΄ τάξη του παλαιού Λυκείου θα αποτελεί πλέον ένα υβριδικό μόρφωμα προπανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ο μαθητής θα έχει αποφασίσει ήδη ποιο επιστημονικό (έναν) τομέα θέλει να ακολουθήσει. (Μαθηματικό, φυσικό, χημικό, οικονομικό, νομικό, φιλολογικό κλπ). Με την προϋπόθεση ότι θα έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τις δυο τάξεις του νέου λυκείου, θα δηλώνει το πανεπιστήμιο που επιθυμεί να φοιτήσει, και το επιστημονικό πεδίο το οποίο προτιμά. Η κάθε σχολή θα έχει ανακοινώσει πριν την επιλογή του υποψήφιου, πόσους εισακτέους θα κάνει δεκτούς, μετά το πέρας αυτού του έτους, κάτι το οποίο θα είναι γνωστό στον υποψήφιο ως δεδομένο για να πάρει την απόφασή του. Υπό την εποπτεία και την καθοδήγηση της συγκεκριμένης σχολής θα διδάσκονται από δευτεροβάθμιους καθηγητές προαπαιτούμενα μαθήματα για το συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, και στα οποία θα εξετάζονται με τη μορφή πλήθους ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής για την κατανόηση του μαθήματος. Οι ερωτήσεις θα τίθενται, καθώς και θα βαθμολογούνται από επιστημονική επιτροπή της επιθυμητής σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που έχει δηλώσει ο υποψήφιος, και θα είναι το μόνο κριτήριο για την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο, έως την πλήρωση των προκηρυγμένων θέσεων.

Σε περίπτωση αποτυχίας του υποψηφίου, ο τελευταίος θα μπορεί να αιτηθεί την εισαγωγή του σε άλλη σχολή με παρεμφερές επιστημονικό πεδίο, και κενές θέσεις, η οποία θα κάνει, εάν θέλει, δεκτή την ήδη αποκτηθείσα βαθμολογία, από τη σχολή την οποία απέτυχε. Εάν δε το κατορθώσει θα μπορεί να προσπαθήσει πάλι την επόμενη χρονιά, και για όσες χρονιές θέλει, συμμετέχοντας απευθείας στα τεστ πολλαπλής επιλογής (χωρίς δηλαδή υποχρεωτική παρακολούθηση μαθημάτων).

Παράλληλα με τις δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση θα λειτουργεί ισότιμα και ιδιωτική, η οποία θα πληροί συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια και standards. Για λόγους ισότητας ένα από αυτά θα είναι η ύπαρξη προπαρασκευαστικού έτους αντίστοιχου με το παραπάνω.

Είναι προφανές ότι η ελευθερία στην επιλογή, αλλά και η πλήρης ενημέρωση των υποψηφίων στο σωστό χρόνο για τις παρεχόμενες θέσεις εισαγωγής, θα δημιουργήσει το έδαφος για ορθολογικές αποφάσεις, ως προς την τελική επιλογή του υποψηφίου, ωθώντας το σύστημα στην αυτοϊσορρόπισή του.

Επίσης, αν η πολιτεία κρίνει ότι θα πρέπει να διοχετευθούν υποψήφιοι σε συγκεκριμένες επιλογές, τότε αυτές οι επιλογές θα πρέπει με κάποιο τρόπο να πριμοδοτηθούν. Σε κάθε περίπτωση όμως η τελική επιλογή θα είναι του υποψηφίου, ο οποίος θα φέρει και το βάρος της ευθύνης της επιλογής του.

Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το σχέδιο της μόνης πραγματικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, την οποία έχει ανάγκη ο τόπος. Κάθε άλλη προσπάθεια, είναι καταδικασμένη να αποτύχει γιατί στοχεύει στο να εξυπηρετήσει κατεστημένα συμφέροντα αντί να θέτει, όπως θα έπρεπε, ως επίκεντρο τον ίδιο το μαθητή και τις ανάγκες του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου