Αυτό το Σαββατοκύριακο είναι
Σαββατοκύριακο χαράς.
Η αρχή έγινε.
Η πολιτεία αντεπιτίθεται
αξιοποιώντας το νομικό οπλοστάσιο το οποίο διαθέτει.
Από ότι φαίνεται πρόκειται
για μια πολύ καλά σχεδιασμένη και καλοδουλεμένη επιχείρηση, βασισμένη γερά ώστε
να μην καταρρεύσει.
Η δίωξη δεν έγινε για τις
ιδέες. Δε θα μπορούσε να γίνει άλλωστε. Κανένας πραγματικά φιλελεύθερος
άνθρωπος δεν επιθυμεί τη δίωξη συνανθρώπου του για τις ιδέες τις οποίες φέρει.
Όποιες κι αν είναι αυτές. Αν είναι έτσι σε λίγο θα αρχίζουμε να
καταδικάζουμετους ανθρώπους για τα
όνειρά τους, και τις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους. Θα προβάλλουμε το μέλλον
του ανθρώπου και θα τον συλλαμβάνουμε για αδικήματα τα οποία ακόμα δεν έχει
διαπράξει, όπως στην ταινία.
Όταν οι ιδέες όμως
μετασχηματίζονται σε πράξεις εγκληματικές, οι οποίες έμπρακτα υποσκάπτουν τη
δημοκρατία και την ελευθερία μας, έστω στο βαθμό που καθένας εκτιμά ότι αυτή
υπάρχει, είναι η ώρα της πολιτείας να επέμβει.
Δυστυχώς υπάρχει μια πολύ
λεπτή γραμμή η οποία ορίζει τη χρυσή τομή μεταξύ της ελαχιστοποίησης των
απωλειών και της μεγιστοποίησης του αποτελέσματος.
Ο άδικα δολοφονημένος Παύλος
Φύσσας ήταν η οριακή διαφορά στην κλίμακα των απωλειών.
Θα μπορούσε να είναι αλλιώς;
Θα ακουστούν πολλές απόψεις.
Κάποιοι θα πουν ότι το έγκλημα αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν η
Χρυσαυγίτικη Συμμορία είχε μπουζουριαστεί ενωρίτερα.
Κάποιοι άλλοι θα πουν ότι
ακόμα και τώρα η σύλληψη των ιθυνόντων νοών της φασιστικής συμμορίας είναι βιαστική
κίνηση, η οποία θα λειτουργήσει αβανταδόρικα στη Χρυσή Αυγή.
Μέσα από μια τέτοια θεώρηση
χάνουμε το πραγματικό επίδικο. Έχουμε μια πολιτεία δημοκρατικά συντεταγμένη.
Μέσα από τη κοινοβουλευτική μας διαδικασία, την οποία θέλουμε να προασπίσουμε,
έχουμε διορίσει υπουργούς και αξιωματούχους επιφορτισμένους για την τήρηση των
διαδικασιών προάσπισής της.
Πράττουν σωστά, ή πράττουν
λάθος; Ανεξάρτητα από την άποψη που έχει ο καθένας μας πάνω σε αυτό το ερώτημα,
για το οποίο υπάρχουν πάλι θεσμοθετημένες δημοκρατικές διαδικασίες από τον
έλεγχο και την αξιολόγησή τους, έως και την πιθανή απόδοση ευθυνών, υπάρχει ένα
δεδομένο:
Μέσα από ένα πλέγμα ενεργειών
τους ήταν αυτό το Σαββατοκύριακο το οποίο προεκρίθη από τους αρμόδιους ως το
πιο ώριμο για την κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του φασιστικού μορφώματος για την
επίτευξη του μεγίστου αποτελέσματος.
Αυτοί ήταν οι θεσμικοί
υπεύθυνοι να ζυγίσουν τα υπέρ κατά, το πότε, το πώς, και το γιατί. Αυτοί ήταν
οι υπεύθυνοι για το χειρισμό της υπόθεσης και για τη λήψη της τελικής απόφασης.
Ειλικρινά θέλω να πιστεύω ότι
μια τέτοια κίνηση είναι τόσο καλά προετοιμασμένη ώστε να μην αφήσει περιθώριο
στη Χρυσή Αυγή να επανακάμψει δυνατότερη.
Όσο για τους ψηφοφόρους της;
Ειλικρινά, από το να ψηφίζουν
ΧΑ, προτιμώ περισσότερο να διοχετευθούν οι ψήφοι τους στη Νέα Δημοκρατία. Αν
και προσωπικά εκτιμώ ότι η διάχυση θα είναι πλατύτερη.
Οπότε αυτό που έχουμε να
κάνουμε εμείς τουλάχιστον αυτό το Σαββατοκύριακο είναι να χαρούμε για την πρώτη
ουσιαστική κίνηση που έγινε με σκοπό τον εκτοπισμό της Χρυσής Αυγής από το
πολιτικό σκηνικό.
Η ιστορία βέβαια μας έχει
διδάξει ότι η ανθρώπινη χαρά, για να είναι ουσιαστική οφείλει να περιέχει
στοιχεία ανθρώπινης πίκρας και ανθρώπινου πόνου.
Η σημασία του θανάτου του
Παύλου Φύσσα, όπως και των αλλοδαπών πριν από αυτόν, από τα χέρια της Χρυσής
Αυγής, ήταν αποφασιστική στο ξετύλιγμα της υπόθεσης και η μνήμη τους πρέπει να
σημαδεύει τη χαρά που νοιώθουμε αυτό το Σαββατοκύριακο.
ΥΓ. Προβληματίστηκα πολύ για
τηεπιλογή της εικόνας με την οποία θα
συνόδευα αυτό το κείμενο. Είχα μπροστά μου τη φωτογραφία του Φύσσα να έχει
μόλις ψυχορραγήσει στην αγκαλιά της κοπέλας του. Την κοίταγα, την ξανακοίταγα,
κάτι δε μου κόλλαγε. Τελικά αποφάσισα ότι η συγκεκριμένη φωτό, έτσι όπως ήταν
καδραρισμένη, δεν πέρναγε τα δικά μου standards
αισθητικής, καθότι δεν εξασφάλιζε την ελάχιστη οφειλόμενη αξιοπρέπεια στο
νεκρό. Ίσως αν είχε πέσει σαν αρχαίος ομηρικός ήρωας, όπως του άξιζε, να τη
δημοσίευα. Αλλά όχι έτσι…
Την περασμένη Πέμπτη, στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής, ο Διονύσης Σαββόπουλος χάρισε σε λίγους τυχερούς μια βραδιά μαγική, πανσέληνη, υψίσυχνη. Οι περισσότεροι Αθηναίοι δεν το έμαθαν. Η προαναγγελία πέρασε στα ψιλά. Για ενίσχυση της προσέλευσης, ο χορηγός επικοινωνίας της εκδήλωσης (ΟΤΕ) πριμοδότησε τους πελάτες του, μειώνοντας γι’ αυτούς το πενιχρό (δέκα ευρώ) εισιτήριο στο μισό. Μόνο ένα ταλιράκι, λοιπόν, το τίμημα, αλλά πάλι η προσέλευση δεν ήταν αθρόα. Γέμισε ο χώρος, ασφαλώς. Αλλά, μόνο δυο τρεις χιλιάδες άτομα… Όποιος θυμάται τη διπλή συναυλία του καλλιτέχνη πριν από ακριβώς 30 χρόνια (Σεπτέμβριος 1983), σκέφτεται τη στραβομάρα. Επί δύο συνεχόμενες βραδιές συγκλονιστικής γιορτής είχε γεμίσει το ΟΑΚΑ, μαζεύοντας αθροιστικά πάνω από 150.000 φίλους, για να γιορτάσουν τότε τα είκοσι χρόνια δημιουργίας του. Τι έχει συμβεί, λοιπόν; Αυτό το λεοντάρι, αυτό το αστέρι πέρασε στα αζήτητα; Ακόμα χειρότερα, που ελάχιστοι έχουν αντιληφθεί ότι ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης, φέτος κλείνει 50 χρόνια δημιουργίας. Οπότε και μόνο γι’ αυτό θα άξιζε να πάμε να τον τιμήσουμε συμβολικά… Τι τρέχει, λοιπόν, με τον Διονύση; Τι να τρέχει, ρε φίλε, στην εποχή του Θέμου και του Ρέμου, θα αντιτείνετε και δεν θα φταίτε… Τότε ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν πάντα ένα υπέροχο πλάσμα, πνευματικός πατέρας για σύμπασα τη νεολαία, είτε ήσουν Πασόκας, είτε ΚΚΕ, είτε ρεφορμιστής, είτε και Κινέζος, είτε αναρχικός (τότε οι αναρχικοί δεν τα σπάγανε, ακόμα), είτε δεξιός απολιτίκ. Ήταν μεγάλος αμφισβητίας, φιλόσοφος, ποιητής, ψυχαναλυτής, αποκαλυπτής των κρυφών αντινομιών του πολιτικού συστήματος, δεινός πολιτικός αναλυτής, κοινωνικός σχολιαστής, σκωπτικός αριστοφανιστής, μύστης του ωραίου και ενεργοδότης ανήσυχων ευαισθησιών, συνάμα ερωτικός, τρυφερός, πολυσύνθετος μουσικάντης. Για τους νεότερους που δεν ξέρουν, θα ήθελα να μεταφέρω εδώ αποσπάσματα από σχετικό δημοσίευμά μου (βλέπε φωτογραφία, «20 χρόνια Σαββόπουλος, Δοξαστικά – απόηχοι από το laser show 1983») στο περιοδικό «Προσανατολισμοί» (τεύχος 70, Οκτώβρης ’83, σελίδα 42). Εδώ αποδίδεται η αγάπη όσων έζησαν τις κορυφαίες στιγμές του δημιουργού, που εκτείνονται τουλάχιστον στην εικοσιπενταετία 1969-1994. Να τι του λέγαμε τότε, μεταξύ άλλων: «…Ναι σε δοξάζω, Διονύση Σαββόπουλε, γιατί είσαι μια μεγαλοφυΐα, που κατάφερε να μπει μέσα σε τόσες άλλες ψυχές σαν και τη δικιά μου και να παίξει το ρόλο της στο λεκτικό, μουσικό, ποιητικό, φιλοσοφικό μας αισθητήριο.
Ναι, σε δοξάζω γιατί οι προωθημένες συνειρμικές αλυσίδες που ανακαλείς από τις μνήμες σου, που νταβραντώνονται και φωτίζουν τις αιτίες σου, έχουν βοηθήσει και μένα να φωτίσω τις δικές μου…
…είπες: ξέρω να κρατώ τα μέτρα και τους χρόνους, τους μικρούς μου κώδικες σχεδόν τους ξέρω όλους…
…είπες: η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές και από δίκιο ξέρει…
…κάποτε σκεφτόμουνα για σένα: «Αυτός ο φιλόσοφος είναι Μεγάλος Καλλιτέχνης». …όταν είχες πει: Η αγάπη δουλεύει για τον σοσιαλισμό, με είχες μπερδέψει και μου έβαλες ένα πρόβλημα που ευτυχώς άργησα να ταξινομήσω στο μυαλό μου, γιατί, με το συμπάθιο να το λύσω δεν έχω καταφέρει ακόμα (ευτυχώς)…
…να συνεχίσεις να είσαι Δημιουργός και να μην μας αφήσεις προτιμώντας κάποιο ησυχαστήριο, γιατί εύχομαι οι πολλοί δρόμοι που άνοιξες μέσα σου και μέσα μας είκοσι χρόνια τώρα, να γίνουν άλλοι τόσοι, όσους μπορεί η παλαβομάρα της πλούσιας κεφαλής σου να εξορύξει μέσα από τα βουνά της εμπειρίας σου. …» Εδώ, όπως καταλάβατε, στο τελευταίο μας τα χάλασε. Δεν μας έκανε τη χάρη. Πρώιμα σταμάτησε να είναι ο πρωταγωνιστής, αυτός που γράφει την Ιστορία. Από τότε που είχε βγάλει τα υπέροχα «Τραπεζάκια έξω», έξι χρόνια μετά (1989) άγγιξε τον Όλυμπο με το «Κούρεμα» και με τους Κωλοέλληνες και από κει και πέρα άρχισε η καλπάζουσα λήθη…
Φτάνουμε στο διά ταύτα. Και πάμε από την αρχή να δούμε τι έχει εισφέρει στη ζωή μας αυτός ο Σαββόπουλος. Πάρτε ενδεικτικά αυτό. Δεν υπάρχει πιο ευσύνοπτος ορισμός του λαϊκισμού, από αυτόν που έδωσε ο ποιητής το 1975, με το έμπα της Μεταπολίτευσης, μέσω του («φαλάκρα απ’ έξω κι από μέσα, που τώρα κοκορεύεται επάνω στον εξώστη και μιλάει στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη») «Πολιτευτή».
Λέει ο Διονύσης, περιγράφοντας το δημαγωγό που μας χαϊδεύει τα αυτιά, σαν κάποιον που δολίως αντιγράφει τη φωνή μας για να μας γίνει αρεστός: «…Ο πρώτος προβοκάτορας από όλους στη ζωή μου, είναι η αφεντιά σου που αντιγράφει τη φωνή μου, άλλαξες το σώμα μου με έπιπλα και σκεύη, σαν τον αριστεροχουντισμό (στην εκδοχή του 1979: «σαν τον σοσιαλισμό») που σε βολεύει. Στη φοιτητριούλα, που σ’ έχει ερωτευτεί, θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή, τζάμπα χαραμίζει, θα πάω να της πω, τον νεανικό της και αγνό ενθουσιασμό. Χαρά να σε γιαούρτωνα, εκεί που ρητορεύεις, εκεί που με χειροκροτάς, χωρίς να το πιστεύεις, παίρνεις την αλήθεια μου και μου την κάνεις λιώμα, απ’ το πόδι με κρατάς βαθειά μέσα στο χώμα». Κατανοεί εδώ κανείς ότι ο άνθρωπος ήταν γατί. Και τα είχε δει και τα είχε πει όλα, πριν καν ξεδιπλώσει τις αρετές της η ξελιγωμένη γενιά των εξουσιαστών, οι οποίοι μετά διακρίθηκαν για όσα ανδραγαθήματα μας οδήγησαν ως εδώ… Μόλις τότε άρχισε να εμφανίζεται το φρούτο του πολιτευτάκια λαϊκιστή και ο ποιητής το ανθίστηκε αμέσως και μας το έδωσε στο πιάτο. Ασχέτως αν λίγοι δέχτηκαν την ευεργεσία του. Τότε λοιπόν, που ξετυλιγόταν μια λαμπρή πολιτική καρριέρα για όλα τα παιδάκια της γενιάς «μπλα, μπλα, μπλα, δημοκρατία, μπλα, μπλα, μπλα, με εκλέξανε» και πέφτανε με τα μούτρα στο κοκό της εξουσίας, κάποια παιδιά δεν χάθηκαν. Και γλίτωσαν από τα ευεργετήματά της. Όχι γιατί ήταν πονηρά. Απλώς γιατί ο δάσκαλος τούς άνοιγε τα μάτια («και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι»). Από τότε ο Σαββόπουλος ήταν πάντα μπροστά. Όποιος τον παρακολουθούσε είχε πλεονέκτημα στη ζωή. Όχι της «επιτυχίας». Αλλά της επαφής με τα μικρά μυστικά της αλήθειας. Όσοι τον ακολούθησαν έχασαν τη μεγάλη χλίδα της εξουσίας, αλλά κέρδισαν την όμορφη ζωή. Ο Σαββόπουλος εκτός από Μεγάλος Ερωτικός, τεκμαίρεται και ως εμψυχωτής της αμφισβήτησης, δηλαδή. Εκτός από σπουδαίος ποιητής, του οποίου οι στίχοι στέκουν άνετα ως στέρεα ποιήματα, είναι και κορυφαίος νεοέλληνας μουσικός. Είναι ένας ροκ σταρ, που ατυχώς δεν σκέφτηκε νωρίς να φύγει στο εξωτερικό και να κάνει κορυφαία οικουμενική καριέρα. Κάτι περισσότερο από Λούτσιο Ντάλα στην Ιταλία και από Μπομπ Ντίλαν στις ΗΠΑ θα μπορούσε να γίνει με αυτό το εκρηκτικό πέταγμα του μουσικού και ποιητικού μυαλού του. Ποιος ξέρει, να φοβήθηκε που δεν ήξερε καλά αγγλικά, ενώ αντιθέτως είχε εμπιστοσύνη στα άψογα ελληνικά του, που του εγγυώντο μια καλή στιχουργική υποδομή για ζόρικες μουσικές καινοτομίες; Άλλαζε συνεχώς με τις δεκαετίες που έμπαιναν κι έβγαιναν, ψαχνόταν από μικρός. Την πρώιμη αμφισβήτηση την ολοκλήρωνε διαρκώς μαζί με μια δυναμική ανασύνθεσή της με τη σώφρονα σύνεση της νέας σύνθετης εμπειρίας του. Κάτι που οι συνήθεις ροκ σταρ ουδέποτε το είχαν, γιατί δεν ήταν φιλόσοφοι όπως και αυτός. Έφτιαξε, λοιπόν, μουσικά το νοτιοευρωπαϊκό έθνικ, πολλά χρόνια πριν γίνουν μόδα κάτι τέτοια φολκλόρ. Από το «Περιβόλι» και κυρίως τον «Μπάλλο» και πέρα, με μεγαλοφυείς ενορχηστρώσεις και σπάνια καινοτόμα ηχοχρώματα, έως και σήμερα που μουσικά συνεχίζει να εξελίσσεται, άλλαξε την ελληνική μουσική που είχε παραλάβει.
Είναι και αυτός μαζί με τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, ένας Εθνικός Ποιητής. Και έτσι θα περάσει αργά ή γρήγορα στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, μόλις κατακάτσει ο κουρνιαχτός του εικοσιπεντάχρονου βάρβαρου λαϊκισμού που πολέμησε με μίσος τόσο αυτόν όσο και τη δημιουργία του. Οι Κωλοέλληνες, λοιπόν, αυτή ήταν η ασύγγνωστη πρόκληση, που πέταξε ο Διονύσης στην αρρωστημένη κοινωνία μας, προειδοποιώντας μας ότι ο δρόμος που ανοίξαμε δεν θα μας καλοβγάλει.
Οι Κωλοέλληνες είναι κορυφαία πολιτική ανάλυση της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας. Αλλά εμείς δεν σκεφτήκαμε ότι ο εθνικός ποιητής πάντα μέσα πέφτει και αξίζει την προσοχή μας. Και πρέπει να του δώσουμε την ευκαιρία να μας εξηγήσει καλύτερα, στον αιώνα του να μας πει τι βλέπει. Έτσι, το πήραμε ανάποδα. Ο μακαρίτης ο Κακαουνάκης από το πρωί ως το βράδυ διαπόμπευε τον Σαββόπουλο ότι τάχα είναι ρουσφετολόγος κολλητός του Μητσοτάκη, ότι είναι δεξιός, ότι είναι αντιλαϊκός, ότι χίλια μπήξε και χίλια δείξε… Το ‘χε μετά και γινάτι με εκείνο τον στίχο «…οι εξάρσεις του εθνικού μας βίου, κι ο προγυμναστής του φροντιστηρίου, όλος πιτυρίδα, μούσι και τσαντάκι, ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη…». Ούτως ή αλλέως, το Ποικιλόχρουν Ακροδεξιό Φαινόμενο της εποχής, ιδιαίτερα με τη μορφή του Αυριανισμού, ποτέ δεν συγχώρεσε στον Σαββόπουλο την ρετσινιά του Κωλοέλληνα. Κυρίως γιατί ένοιωθε πόσο προσφυώς ο ποιητής είχε αποδώσει όλη την αλήθεια μέσα σε μια μόνο λέξη. Πώς κατέδειξε τη μιζέρια του, που κανακευμένος από τους εκμαυλιστές του, έχασε το περίφημο φιλότιμο και διολίσθησε σε χαμερπή χαρακτηριστικά. Και έγινε αρχικά τσιφτετέλληνας και σε οριακές περιπτώσεις ακόμα και κωλοέλληνας. Χαλάστηκε πολύ, λοιπόν, όταν ο Διονύσης τον ξεσκέπασε. Η πρόθεσή του ποιητή ασφαλώς, όπως πάντα καλοπροαίρετη, ήταν να του δείξει το πρόβλημα, να του επισημάνει και τον τρόπο να ξαναβρεί το φιλότιμό του, να ξαναγίνει αυτό που ήταν πριν: Έλληνας. Καλοβολεμένος και μολυσμένος, όμως, ήδη μεταστοιχειωθείς σε πνευματικά κοντοπόδαρο σειληνό του κράτους, είχε δρομολογήσει την αήθεια, είχε βάλει μπρος για την περιπέτεια της κωλοελληνικής ανομίας. Μάλιστα, με το αναγκαίο για την περίσταση προκάλυμμα προοδευτικότητας, ώστε να μην παραπονιέται κανείς, πήραμε τη στράτα της ανωμαλίας ως τον σημερινό βαθύ πάτο του εθνικού μας ισλάμ. Και δεν μας τρόμαζε ο χρησμός της Πυθίας: τιμωρός καιρός, πέντε αιώνες δύσης εθνικής θα ζήσεις από δω κι εμπρός… Τελεία και παύλα, με παράξενα κι ατόφια, κομμάτια κι αποσπάσματα, οι Κωλοέλληνες είναι ένας νέος Εθνικός Ύμνος. Που μας δείχνει πώς απομακρυνθήκαμε από τον Ύμνο εις την Ελευθερία και μας καλεί να τον επαναπροσεγγίσουμε… Το 1994 είπε «Μην πετάξεις τίποτα» και βγήκε αισιόδοξος, αν και με πικρία, λέγοντας ότι «Μέρες καλύτερες θα ‘ρθουν».
«Κι αυτοί που μας πληγώσανε, καθώς το φως τελειώνει, αισθάνονται την μοναξιά που Έλληνες ενώνει. Και δεν ακούν τα κόμματα και το μεγάφωνό τους, το χτύπο μόνο της καρδιάς που μας βαφτίζει ανθρώπους». Τότε πια όμως κανείς δεν τον άκουγε τον εξόριστο ανάμεσά μας ποιητή, κανείς δεν τον ρώταγε τι βλέπει. Είχε πια ανεπιστρόφως χάσει την επιρροή του. Δυστυχώς, διατεινόμαστε ότι αν δεν είχε συμβεί αυτό και έβγαινε ο Διονύσης ο φύλακας άγγελος και αγαπημένος εξάγγελος και μας έδινε γραμμή, θα ήμασταν καλύτερα. Αν μας σφύριζε ο κότσυφας το σινιάλο διόρθωσης εθνικής πορείας, κάθε λίγα χρόνια όπως παλιά, τώρα δεν θα είχαμε χρεοκοπήσει τα κορόιδα. Ίσως να μην είχαμε κατρακυλήσει στη σημερινή μπίχλα. Τόσο τον περιφρονήσαμε τόσα χρόνια και τον πικράναμε και τον πονέσαμε με τα συντριπτικά θλαστικά τραύματα στο τσαγανό του και τώρα θα σκέφτεται «Μόνο Σταύρο με λένε, μόνο Σταύρο» ...
Χαλάστηκα όταν πριν χρόνια τον είδα στο Ηρώδειο να χαριεντίζεται με την Καλομοίρα που βγήκε από την τούρτα. Σκέψου όμως, μετά από τόσο ηθικό ξύλο που έφαγε, πόσο παραιτήθηκε από αυτό που αποκαλούμε δημόσιο βίο… Έτσι με θέλετε, απολιτίκ; Πάρτε Καλομοίρα, μπορεί να σκέφτηκε… Ποιος ξέρει, πόσο κατέστειλε τις δημιουργικές του εκλάμψεις και με πικρία προσαρμόστηκε ίσως στη μετριότητά μας. Ίσως για να γλιτώσει τον περαιτέρω διωγμό, αποκλεισμό, που μπορεί να μην άντεχε πια… Ο Σαββόπουλος είναι δραματικά υποτιμημένος. Αργά ή γρήγορα αυτή η στραβομάρα θα ισιώσει. Θα αποδοθεί στην Ιστορία ως κορυφαίος προπομπός ιχνηλάτης, που πετάχτηκε στο μέλλον και είδε το κακό που ερχόταν. Αλλά τον απομονώσαμε, τον τιμωρήσαμε με αποκλεισμό, αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, οπότε δηλαδή καλύτερα να μη μας πει κανένα. Το ‘χουμε αυτό οι κωλοέλληνες. Και το συνεχίζουμε αδιαλείπτως, παρότι ξέρουμε ότι μας κάνει πολύ κακό, τους εξάγγελους πρέπει να τους τιμάμε, να τους αγαπάμε, είναι όρος επιβίωσης του έθνους, πώς το λένε… Σήμερα, στην εποχή που έχει ωριμάσει το Κακό και πλέον σήπεται, πρέπει να θυμίζουμε ότι υπάρχουν πράματα όμορφα και λαμπρά, που έχουν συμβεί στη Μεταπολίτευση. Ανάμεσά τους είναι και το έργο του Διονύση Σαββόπουλου, που τόσο περιορίστηκε εσχάτως. Και που αν ήταν ακόμα ακμαίο, ίσως θα ήμασταν καλύτερα θωρακισμένοι απέναντι στον τρέχοντα καιρό της ασχήμιας.
Γράφαμε πριν 30 χρόνια κλείνοντας εκείνο το ρεπορτάζ: «Ας μας ξανακαλέσει ο τρομερός και υπερευαίσθητος έφηβος της σύγχρονης Ελλάδας, σε νέα παιγνίδια, να παίξουμε κι εμείς μαζί του». Ε, το λοιπόν, δεν μας έχει ξανακαλέσει ακόμα. Αντιθέτως μετά από λίγα χρόνια, λόγω των Κωλοελλήνων, «αυτού του συρφετού του δημοκρατικού του νέου εγωισμού» έφαγε τη χλεύη των λαϊκισμένων και εσιώπησε. Δραματικά, κατέβασε στροφές και έκτοτε μας πάει στο ρελαντί. Ουσιωδώς εσίγησε και κατέστειλε την θηριώδους ισχύος καλλιτεχνική του μηχανή. Τι λέτε, δεν αξίζει να τον πιέσουμε να της κάνει ένα φρεσκάρισμα, ένα καλό σέρβις και να τη βάλει πάλι στους μαγικούς ρυθμούς που της πρέπουν; Ώστε να βγάλει κι άλλους από τους κρυμμένους θησαυρούς του, από τα περίτεχνα σεντούκια της πανέμορφης δημιουργικής ψυχής του; Νομίζω ότι μας παίρνει να αξιωθούμε, μαζί του πάλι να ανταμώσουμε και να ξεφαντώσουμε στο Ολυμπιακό Στάδιο τουλάχιστον μια φορά πριν να βαρεθεί να δημιουργεί.
Θέλουμε κι άλλο να τρέξει μαζί μας αυτός του ’60 ο εκδρομέας! Λέτε; Αφού φυσικά του ξαναδώσουμε αγάπη και τον παρακαλέσουμε να αρχίσει πάλι να μας ευεργετεί με νέα άνθη του καλού. Μπροστάρικα, καθοδηγητικά, οραματικά, που θα μας εμπνεύσουν να ξαναγίνουμε έθνος δημιουργικό και όχι πια καρμοίρικο και κωλοελληνικό.
Και χαιρετώ σας, και φιλώ σας, όντα μικρά χρωματιστά, μεσ’ στον καθρέφτη κλειδωμένα. Υ.Γ.
Δοκιμάστε, αγαπητοί αναγνώστες, να κάνετε μια εβδομαδιαία κούρα, ακούγοντας συνεχώς Σαββόπουλο. Με όποιο τρόπο σας βολεύει, αν δεν θέλετε να πάτε με τη σειρά όλες τις συλλογές του «και στο γραμμόφωνο ο δίσκος που μ’ αρέσει»: Φορτηγό, Περιβόλι του τρελού, Μπάλλος, Βρώμικο ψωμί, Δέκα χρόνια κομμάτια, Αχαρνείς, Happy day, Ρεζέρβα, Τραπεζάκια έξω, Κούρεμα, Μην πετάξεις τίποτα, Χρονοποιός και ό, τι άλλο μου διαφεύγει. Και ελάτε να μου πείτε μετά ότι δεν είστε πιο όμορφοι άνθρωποι…
Φυσικά και υπάρχουν δυο άκρα.
Ένα για γέλια και ένα για κλάματα. Αυτή τη στιγμή.
Ας μην ταυτίζουμε την ύπαρξη
των δυο άκρων με την εξίσωσή τους.
Οι φασίστες σκοτώνουν. Αυτή
τη στιγμή. Εννοείται πως αυτοί είναι το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της
κοινωνίας μας σήμερα, και στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος θα πρέπει να
δοθεί το μεγαλύτερο βάρος. Αυτή τη στιγμή.
Τι γίνεται όμως όταν το ένα
άκρο συντηρεί το άλλο με την ανόητη και εγωιστική αντιπαράθεση με αυτό; Δεν
είναι ή άλλη όψη του ίδιου προβλήματος;
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν
αριστερά κόμματα, εν εξ αυτών στο κοινοβούλιο, που έχουν στρατηγικό στόχο την
κατάλυση του συντάγματος και την επιβολή δικτατορίας. Υπάρχουν άλλα αριστερά
κόμματα, εν εξ αυτών στο κοινοβούλιο, τα οποία ορέγονται και καλοβλέπουν τη
συνεργασία με τα πρώτα. Και αυτό δε σταματάνε να το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία
με κάθε είδους εξωφρενικές δηλώσεις στελεχών τους.
Αυτά τα αριστερά κόμματα δε
βλέπουν με καλό μάτι τη θέσπιση νόμου ο οποίος θα θέτει εκτός νόμου τους
φασίστες. Γιατί φοβούνται, και έχουν δίκιο, μην τα πάρει και αυτά η μπάλλα
ξώφαλτσα.
Γι αυτό και έχουν ανάγει τον
αντιφασιστικό αγώνα σε ένα είδος μπρα ντε φερ. Εμείς, οι αγωνιστές του φωτός,
και αυτοί, οι αγωνιστές του σκότους. Αυτή τη στιγμή. Και η κοινωνία απέξω να
κοιτάζει σα χαζή.
Γιατί όλα αυτά συμβαίνουν
αυτή τη στιγμή. Κάποια στιγμή στο μέλλον η τραμπάλα θα γυρίσει. Το άλλο άκρο θα
έχει τον πρώτο λόγο. Αυτό έχει σα στόχο του. Στο απώτερο μέλλον όμως.
Αυτή τη στιγμή οι φασίστες
είναι που σκοτώνουν. Οι μαύροι. Πριν τριάντα χρόνια σκότωναν οι κόκκινοι
φασίστες. Η 17η Νοέμβρη με αριστερά συνθήματα μακέλευε. Ή το
ξεχάσαμε ήδη; Ή βαθειά μέσα μας τους συμπαθούσαμε γιατί ήταν αριστεροί; Πρώτα
σκότωναν οι μαύροι φασίστες. Στα σανατόρια. Μετά ήρθαν οι κόκκινοι και σκότωναν
αυτοί. Στις αστικές δημοκρατίες με αντάρτικα πόλεων. Στις σοσιαλιστικές στα
γκουλάγκ και στις Σιβηρίες. Τώρα έχουμε πάλι ανάδυση του μαύρου φασισμού.
Οπλισμένου, να σκοτώνει πρώτα ξένους και μετά Έλληνες, Πρώτα ανθρώπους και μετά
κι άλλους ανθρώπους, Αυτή τη στιγμή. Τη συνέχεια την ξέρουμε.
Και ο κύκλος αυτός ευνοεί τα
δυο άκρα. Κάποιος είπε ότι δεν υπάρχουν δυο άκρα. Ότι υπάρχει ένα άκρο με δυο
όψεις. Ίσως και να έχει δίκιο. Από τη μια μεριά ο Ρήγας και από την άλλη ο
Τζόκερ. Μαύρος και κόκκινος φασισμός εναλλάσσονται σε αυτές τις δυο φιγούρες.
Αυτή τη στιγμή είναι ο μαύρος φασισμός στα πάνω του. Και αυτόν πρέπει να
πολεμήσουμε. Όχι όμως ενισχύοντας το alteregoτου.
Ο φασισμός έχει δυο
προσωπικότητες. DrJekyll & Mr.Hyde. Είναι όμως μια ενιαία οντότητα. Η οποία ενυπάρχει
στον άνθρωπο. Είναι θέμα καλλιέργειας και παιδείας η καταστολή του.
Σε αυτό το θέμα στην Ελλάδα
ατυχήσαμε. Τα «μνημόνια», ο «καπιταλισμός», οι «λιτότητες» και οι «αντιλαϊκές
πολιτικές» είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Λίγο περισσότερο βάρος στην άλλη άκρη
της τραμπάλας, Το φασισμό τον κουβαλάμε στην ιστορία μας, στο συλλογικό μας
υποσυνείδητο. Ποτέ δε δώσαμε βάρος στην οργάνωση μιας δίκαιης κοινωνίας για την
καταπολέμησή του.
Η υπόλοιπη Ευρώπη, και οι
Ηνωμένες πολιτείες, που το φρόντισαν με ένα σκληρό και αμείλικτο τρόπο,
διατηρούν το φασιστικό φαινόμενο, μαύρο και κόκκινο, στα όρια του στατιστικού
λάθους.
Εμείς γουστάρουμε να
σπαρασσόμαστε από τις αντιθέσεις μας, αναζωπυρώνοντας το φασισμό μέσα μας. Τα
κόμματά μας, αντί να τον καταστείλουν, προτιμούν να τον διαχειρίζονται
πολιτικά. Διότι ξέρουν πόσο τη βρίσκουμε με αυτό. Ε, κι αν σκοτώνεται και κάνας
ξένος, καμιά φορά και κάνας Έλληνας, whogivesafuckingshit. Τόσοι
σκοτώνονται κάθε μέρα στην άσφαλτο.
Εμείς κάνουμε αγώνα για το
δίκιο μας. Το δίκιο του οπαδού, το δίκιο του εργάτη, το δίκιο του αριστερού, το
δίκιο του δεξιού, το δίκιο του φτωχού, το δίκιο του πλούσιου, το δίκιο του
συνδικαλιστή, το δίκιο του συνταξιούχου και πάει λέγοντας. Του καθενός το
δίκιο.
Συμβαίνει καμιά φορά τα
πράγματα να οξύνονται. Συμβαίνει μερικές φορές τα άκρα να ξεφεύγουν και να
οδηγούνται σε εγκληματικές πράξεις. Για κάποιου το δίκιο πάντα όμως. Και όταν
το ένα άκρο ξεφύγει, αμέσως ξεσηκώνεται το άλλο άκρο για να το καταστείλει.
Γιατί μόνο αυτό δικαιούται να κάνει κάτι τέτοιο. Ποτέ δε θα αφήσει να
οδηγηθούμε σε ξενέρωτες καταστάσεις, όπου όλη η κοινωνία μαζί θα ενωθεί και θα
αντιμετωπίσει ουσιαστικά το φαινόμενο. Αυτά είναι φιλελεύθερες σούπες δίχως
ίχνος αγωνιστικότητας. Αυτή τη στιγμή αριστερής. Πιο πριν και πιο μετά δεξιάς.
Ακόμα πιο πριν και ακόμα πιο μετά πάλι αριστερής. Αέναα. Το ένα άκρο συντηρεί
το άλλο, αγωνιζόμενο εναντίον του.
Ο φασισμός σκοτώνει. Αυτή τη
στιγμή ο μαύρος.
ΥΓ. Κυκλοφόρησε ότι ο
δολοφόνος πριν οργανωθεί στη Χρυσή Αυγή ήταν με το ΚΚΕ. Γιατί σας παραξενεύει
αυτό; Δεν είναι ο πρώτος. Προσωπικά έχω γνωρίσει παλαιότερα και άλλες τέτοιες
περιπτώσεις ατόμων που οδηγήθηκαν από τον αριστερό κοινοβουλευτικό και
εξωκοινοβουλευτικό εξτρεμισμό στο οργανωμένο πολιτικά μαύρο φασισμό. Φυσικά, το
ΚΚΕ ήταν αρκετά έξυπνο ώστε να μην τα κάνει μέλη του. Είναι ενδεικτικό όμως της
νοοτροπίας με την οποία διακατέχοντο τα πιο ακραία αριστερά στοιχεία και της
συνέχειάς της.
Η βασική συνθηματολογία της «άκρας δεξιάς» στρέφεται συνήθως στην αναγκαιότητα της υποκατάστασης της «ανίκανης» Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας από ένα ισχυρό κράτος, στην κινητοποίηση της κοινωνίας γύρω από ένα συσπειρωτικό πρόσταγμα, στον τερματισμό της «παρακμής» και των «αναπηριών» του κοινωνικού μας συστήματος, στην απόρριψη του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου, στην εξιδανίκευση του «έθνους» και της «πατρίδας» κλπ.
Μεθοδολογικά ο εθνικολαϊκιστικός λόγος προβαίνει σε «πλύσεις εγκεφάλου» των λαών με δαιμονοποιήσεις της «μετανάστευσης», με την προβολή μιας ακραίας εκδοχής της εθνικής ταυτότητας, με την εξύμνηση του «λαού» και την παράλληλη κριτική των ελίτ και με την έμμεση (ή και την άμεση) απόρριψη της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.
Το εμφανές κίνητρο για να οδηγηθούν οι πολίτες σε «ακρολαϊκιστικές» επιλογές αποτελεί, αναμφισβήτητα, η συνολική τους δυσφορία απέναντι στα ζητήματα της μετανάστευσης και της ανασφάλειας, τα οποία ωστόσο δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου.
Το βασικό κίνητρο, ωστόσο, το οποίο εξωθεί τους πολίτες στην ένταξή τους σε ακραία πολιτικά σχήματα είναι η ανάδυση μιας «δυαδικής κοινωνίας», στους κόλπους της οποίας συνυπάρχει μια πλειάδα ατόμων, όπου μερικοί βολεύονται στο σύστημα, το οποίο τους προσφέρει ένα ελάχιστο ευμάρειας, αλλά οι περισσότεροι είναι αποκλεισμένοι, άνεργοι, ελάχιστα ειδικευμένοι, που απασχολούνται πρόσκαιρα και αμείβονται ισχνότατα!!
Σ’ αυτή ακριβώς τη δεύτερη κατηγορία ο εθνικολαϊκισμός στρατολογεί μεγάλο τμήμα της εκλογικής του βάσης. Δεν πρέπει, συνεπώς, να εκπλησσόμαστε, βλέποντας εργάτες και προλεταριοποιημένους πολίτες, που άλλοτε καταλάμβαναν κεντρική θέση στον αριστερό χώρο, να αισθάνονται στο σημερινό κόσμο περιθωριοποιημένοι και να ψηφίζουν μαζικά υπέρ του κόμματος της «άκρας δεξιάς»!!
Γιατί, τα κόμματα αυτά, με ιδιαίτερη επιτηδειότητα, εκμεταλλεύονται τις δύσκολες οικονομικές καταστάσεις και προσφέρουν στους απελπισμένους πολίτες «φρούδες ελπίδες» και «ψεύτικους παραδείσους». Έτσι, άλλωστε, γεννήθηκαν και οι πάσης φύσεως φασισμοί του μεσοπολέμου και οι εθνικισμοί της καλούμενης «ριζοσπαστικής δεξιάς».
Είναι αλήθεια, πως τα άτομα, σήμερα έχουν στερηθεί βασικών ιδεολογικών αφετηριών και αρχών, που στο παρελθόν χρησίμευαν ως κεντρικές αναφορές προσδιορισμού της κοινωνικής τους ταυτότητας (όπως πχ η τάξη, η πολιτική ιδεολογία, η οικογένεια, κλπ).
Σε μια περίοδο, λοιπόν, πολυπολιτισμικής έξαρσης, όπως η σημερινή, τα προβλήματα που προκαλούνται από τους μετακινούμενους πληθυσμούς (μετανάστευση) γίνονται πιο συγκεκριμένα και πιο ορατά στους πολίτες, μ’ αποτέλεσμα ν’ υπερτιμάται η αξία της ένταξης στο έθνος. Το επόμενο βήμα, είναι ο «εθνικισμός», που υποθάλπεται και καλλιεργείται έντεχνα από τον «λαϊκισμό» των ακροδεξιών φορέων. Μ’ αυτόν τον τρόπο εύκολα οι λαοί ευθυγραμμίζονται σε μια απλουστευτική συνθηματολογία, που στρέφεται εναντίον του «διεφθαρμένου» παραδοσιακού πολιτικού χώρου, των διάφορων ελίτ (κρατικών, οικονομικών, διανοούμενων κλπ), της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, των «απατρίδων τεχνοκρατών», των ΜΜΕ κλπ.
Γιατί όλους αυτούς τους φορείς, οι λαϊκιστές της «άκρας δεξιάς» τους καταγγέλλουν, ως τις κύριες αιτίες της διάλυσης του «έθνους» και της παρακμής, και τους αντιπαραθέτουν με τις αρετές των «από κάτω», των οποίων κανακεύουν τα πιο ταπεινά τους αισθήματα, με τη ρητορική, ότι αυτοί αποτελούν το μοναδικό υγιές, τίμιο και προσηλωμένο στις παραδοσιακές αξίες (οικογένεια, πατρίδα, τάξη, ισχυρό κράτος κλπ) τμήμα της Ελληνικής κοινωνίας.
Την κατάσταση της επανα-γέννησης του «ακροδεξιού» τερατουργήματος την ευνόησε δραματικά και η μυωπική και ψηφοθηρική στάση της δημοκρατικής «Δεξιάς». Έτσι, «δεξιοί» πολιτικοί, αποβλέποντας στην εκλογική τους ενδυνάμωση, ευνοούν προσεγγίσεις με «ακροδεξιές» κοινωνικές «παραφυάδες».
Μ’ αυτό τον τρόπο, όμως, η «φασίζουσα δεξιά» επαναποκτά υπόσταση, μετά μάλιστα από μια μεγάλη περίοδο απόλυτης ανυπαρξίας στη χώρα μας (από την εποχή της αλήστου μνήμης απριλιανής δικτατορίας). Με την ανοχή, λοιπόν, αλλά και με την έμπρακτη στάση ορισμένων δημοκρατικών «δεξιών» πολιτικών κομμάτων όταν πχ αποφεύγουν να λάβουν αποφασιστικά μέτρα κατά των εξτρεμιστών (όπως στο μεταναστευτικό) ή όταν προβαίνουν σε ρητορικές «θωπείες» προς τον αντικοινοβουλευτικό «ακροδεξιό» πολιτικό χώρο ή όταν εφαρμόζουν στρατηγικές που ταυτίζουν τις ακροδεξιές, ανισυστημικές και ανατρεπτικές στάσεις με τον οξύ μεν, αλλά νόμιμο κοινοβουλευτικό λόγο της «αριστεράς», τότε είναι επόμενο να «νομιμοποιούνται» οι εξτρεμιστικές συμπεριφορές της φασίζουσας «δεξιάς».
Γιατί, τη στάση αυτή των δημοκρατικών κομμάτων εύλογα την εκμεταλλεύονται οι λαϊκιστές ρήτορες της «άκρας δεξιάς» και κατακτούν έτσι ένα μέρος του εκλογικού σώματος.
Η Δημοκρατία, όμως, δεν έχει άλλη επιλογή, αν θέλει, να επιβιώσει, από την εναρμόνιση των πολιτικών της με τις ίδιες τις αξίες της. Δεν θα πρέπει, συνεπώς, να τίθενται σε «αγραναύπαση» μεγάλες εκτάσεις του κοινωνικού σώματος και ν’ αφήνονται να παρασύρονται από τις σειρήνες του λαϊκισμού.
Οι πολίτες, εξάλλου, δεν θα πρέπει ποτέ να νιώθουν εγκαταλειμμένοι από το νόμιμο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, το οποίο οφείλει να δρα χωρίς επικίνδυνα επικοινωνιακά ανοίγματα προς την «ακροδεξιά» και ν’ ανταποκρίνεται προς την πάγια απαίτηση του λαού για έντιμη ενημέρωση και επικοινωνία. Κυρίως, όμως, έχει καθήκον να εφαρμόζει πολιτικές στήριξης των μεγάλων κοινωνικών ομάδων, που πλήττονται βάναυσα από την κρίση.
Διαφορετικά οι «έμποροι ψευδαισθήσεων» θα βιώσουν «ευτυχισμένες μέρες», όπως ακριβώς συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. του Σωτήρη Χατζηγάκη πρώην Υπουργού και Βουλευτή
Το «νέο παραγωγικό μοντέλο» πρέπει
να βάλει δυο στόχους. Ή μάλλον ένα στόχο ο οποίος επιτυγχάνεται σε δυο στάδια. Να
καταστήσει κατ’ αρχήν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που μπορούν να παραχθούν στην
Ελλάδα φθηνότερα και ανταγωνιστικότερα των
εισαγομένων, και. σε δεύτερη φάση, να καταστήσει όσα γίνεται, βάσει των αρχών της
διαφοροποίησης και του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, ανταγωνιστικότερα στις εξωτερικές
αγορές.
Από κει και πέρα πρέπει να δουλέψουμε
σε ποιους τομείς μπορούμε να επιλέξουμε προς ανάπτυξη ώστε να επιτύχουμε καλύτερα
τα παραπάνω.
Για μένα είναι προφανές ότι δυο τομείς
είναι υποψήφιοι για αυτό. Η αγροτική παραγωγή και ο τουρισμός. (Εδώ αξίζει να σημειώσουμε
ότι η προσέλκυση αλλοδαπών τουριστών κατά μια ευρεία οικονομική αντίληψη θεωρείται
εξαγωγή.)
Δίνοντας το βάρος σ αυτούς τους δυο
τομείς μπορεί πραγματικά να δοθεί ώθηση στην οικονομία, συμπαρασέρνοντας και άλλους
τομείς. (Οικοδομή, εμπόριο, υπηρεσίες κλπ)
Όσον αφορά στην αγροτική παραγωγή,
υπάρχουν δυο βασικά εργαλεία τα οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε.
Πρώτον, να πείσουμε τις μεμονωμένες
αγροτικές μονάδες για τα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα που θα υπάρξουν εάν δημιουργηθούν
συνέργειες. Να μπορέσουμε από απλούς παραγωγούς να τους κάνουμε αγροτικούς επιχειρηματίες
μεγαλύτερης κλίμακας. Υπάρχει ένας πρόσφατος σχετικά νέος νόμος για τη δημιουργία
συνεταιρισμών ο οποίος μένει παντελώς αναξιοποίητος. Υπάρχει νέα μορφή κεφαλαιουχικής
εταιρείας (ΙΚΕ) με απαιτούμενο μηδενικό κεφάλαιο, και έχει θεσμοθετηθεί το ίδιο
ήδη και για τις ΕΠΕ. Υπάρχουν ένα σωρό νέοι επιστήμονες στον οικονομικό τομέα, τα
μεταπτυχιακά στη διοίκηση επιχειρήσεων είναι ουκ ολίγα πλέον. Πρέπει να βρεθεί τρόπος,
και να δοθούν κίνητρα έτσι ώστε όλα αυτά να συνταιριαστούν και να μπουν σε εφαρμογή.
Επίσης, αν μου επιτρέπεται να κάνω προβλέψεις, θεωρώ ότι μια τέτοια αξιόπιστα οργανωμένη
προσπάθεια, πέραν του ντόπιου κεφαλαίου, το οποίο αδιαμφισβήτητα υπάρχει, και κείται αχρησιμοποίητο εδώ ή σε τράπεζες του εξωτερικού, μπορεί να προσελκύσει ιδιωτικό
κεφάλαιο κατευθείαν από έξω. (JVή καθαρή επένδυση).
Το δεύτερο εργαλείο είναι αυτό που
όλοι μας θεωρούμε αρνητικό γεγονός, αλλά που όμως μπορούμε να το γυρίσουμε υπέρ μας. Και
δεν εννοώ τίποτα άλλο από τη αθρόα παράνομη εισερχόμενη μετανάστευση. Αυτή τη στιγμή
έχουμε ένα σωρό φθηνά εργατικά χέρια, τα οποία μπορούν δουλεύουν για λιγότερα λεφτά
σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, αλλά πολύ περισσότερα όμως σε σχέση με τα δεδομένα
των χωρών από τις οποίες προέρχονται, μένοντας έτσι ικανοποιημένες και οι δυο πλευρές,
ξένοι μετανάστες και έλληνες εργοδότες . Αυτό μεταφράζεται στη σημερινή πραγματικότητα
σε αθρόα παράνομη εργασία, και σε εκφυλιστικά φαινόμενα τύπου Μανωλάδας. Πιστεύω
ότι θα ήταν πολύ καλύτερα εάν αυτοί οι μετανάστες, διοχετευόντουσαν νόμιμα και ελεγχόμενα,
αλλά με οπωσδήποτε πιο ανοιχτές στρόφιγγες, στην αγορά εργασίας, ως εργάτες κυρίως,
κατεβάζοντας το κόστος ανοικοδόμησης της Ελληνικής οικονομίας.
Ο δεύτερος τομέας, ο τουρισμός, κατά
τη γνώμη μου είναι η απόλυτη εφαρμογή του «ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος» καθ΄ όσον
μας αφορά σα χώρα. Και εάν η ανάπτυξη γίνει σε ένα ίδιου ύψους ανεβασμένο επιχειρηματικό
επίπεδο, και ξεφύγει από τα άθλια roomstolet, μπορεί να δώσει ώθηση στην οικονομία. Και όταν λέμε τουρισμό δεν εννοούμε
μόνο τα ξενοδοχεία, τις παραλίες κλπ. Πρέπει από τη στιγμή που θα περάσει τα σύνορα
ο τουρίστας, κάθε εμπειρία που θα αντιμετωπίζει στη χώρα μας να είναι θετική γι
αυτόν, να του δίνει, όπως λέει και το κλισέ,
ιδιαίτερη perceivedvalue. Όπως καταλαβαίνετε αυτό περιλαμβάνει μια μεγάλη έκταση προϊόντων και
υπηρεσιών.
Εννοείται ότι για να επιτύχουν αυτά,
εκτός από τα φορολογικά και επιχειρηματικά κίνητρα που πρέπει να δοθούν, πρέπει
να επίσης να γίνει ένα ξεκαθάρισμα στο γραφειοκρατικό πεδίο, και να μην υπάρχουν κλειστές επαγγελματικές ομάδες
σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, που να έχουν τη δύναμη να διαμορφώνουν τιμές πέραν
της ελεύθερης αγοράς. (πχ μεταφορείς – διοικητικές υπηρεσίες κλπ)
Καταλήγοντας θα ήθελα να πω πως κατά
τη γνώμη αυτό που λείπει σήμερα από την Ελλάδα είναι το όραμα. Το όραμα και η θετική
προσδοκία, ότι αυτός που θα βάλει τα λεφτά του, ξένος ή Έλληνας, θα τα ξαναπάρει
με το λογικό κέρδος.
Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι θα
υπάρξει λυσσαλέα πολεμική από τους σημερινούς «βολεμένους» με τη στήριξη των
κομμάτων της σύγχρονης αντιδραστικής και εθνικιστικής δεξιάς και αριστεράς. Ενδεχομένως
η πρώτη περίοδος να είναι δύσκολη. Αν κρατήσουμε όμως σα χώρα, πιστεύω ότι με το
που φανούν τα πρώτα αναπτυξιακά αποτελέσματα, όλες αυτές οι παρωχημένες αντιδράσεις
θα καμφθούν και η χώρα μας θα έχει μπει πάλι σε ανοδική πορεία.
Το παρακάτω κείμενο είναι ένα από τα πιο δίκαια και ισορροπημένα που διάβασα τον τελευταίο καιρό. Νομίζω ότι του αξίζουν, όχι μια, αλλά περισσότερες αναγνώσεις, καθ΄ότι ο πυκνός του λόγος είναι πλήρης ποικίλων εννοιών και ιδεών, οι οποίες δε φαίνονται με τη πρώτη ανάγνωση. Με bold έχω τα σημεία που άγγιξαν τις ιδιάιτερες ευαισθησίες μου
Η ριζοσπαστική Αριστερά νομίζει ότι η πραγματικότητα στριμώχνεται στα
μέτρα τής υπο-μαρξίζουσας κοινωνιολογίας της. Οι πεινασμένοι
εξεγείρονται, οι χορτάτοι πείθονται ότι πεινούν και μαζί επαναστατούν
για να «κοινωνικοποιήσουν εξαγωγικές επιχειρήσεις», να τιμωρήσουν τους
νεογερμανoτσολιάδες, να απολαύσουν την ανταλλακτική οικονομία και τη
λαϊκή εξουσία. Λίγος αντισυστημισμός ακόμα και ο λαός θα εγκαταλείψει
τον νεοφιλελεύθερο μονόδρομο, τον αλλοτριωτικό καπιταλιστικό τρόπο ζωής,
για να χαρεί την πλήρη δημοκρατία και τις καινοφανείς ελευθερίες που θα
του διαθέσουν οι κοινότητες αλληλεγγύης.
Σε αυτή τη νεοκομμουνιστική
σύλληψη της ελληνικής κοινωνίας του 2013 μπορείς να αντιπαρατεθείς
προβάλλοντας τη διαφωτιστική παράδοση του κοινωνικού συμβολαίου, την
ορθολογική δυναμική του εμπορίου ή να ξαναθυμίσεις τις τραγωδίες της
κοινοκτημοσύνης του 20ού αιώνα.
Τίποτα τέτοιο δεν είναι ωστόσο αναγκαίο.
Απέναντι στην επαναστατική υπόσχεση στέκεται μια καταλυτικά μελαγχολική
πραγματικότητα. Ελλάδα και Ευρώπη, υποτασσόμενες στην ύφεση, πλήττονται
από έναν ποικιλόμορφο νεοσυντηρητισμό που συρρικνώνει τη δημοκρατία,
υπονομεύει την κουλτούρα της κοινωνικής ειρήνης, στιγματίζει τα αιτήματα
ελευθερίας, ενταφιάζει την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών και μεταξύ των
εθνών.
Η ισχύς της Χρυσής Αυγής και η παραστρατιωτική καθημερινότητα με
την οποία πλαισιώνει τα μέλη της, οι εμμονές περί τάξεως και ασφαλείας,
το κυβερνητικό προσύμφωνο του Αλέξη Τσίπρα με τον επικεφαλής της ακραίας
συνωμοσιολογικής Δεξιάς (και η μνημειώδης υπεράσπισή του ως «uncorrect
δημοκράτη»!), η τοξική συμμετοχή του ανώτερου κλήρου στη δημόσια σφαίρα,
η παραδοσιοκεντρική και ενίοτε αυταρχική ταυτότητα της κυβερνώσας ΝΔ
είναι μικρά δείγματα του σιγανού αλλά επίμονου πάθους για την
ανελευθερία που κυκλώνει την ευάλωτη δημοκρατία μας. Ας γίνει επιτέλους
αντιληπτό: ο μοναδικός ριζοσπαστισμός που θα προκύψει, εάν τελικά
μετατραπούμε σε κράτος-παρία, σε αποσυνάγωγο του παγκόσμιου καπιταλισμού
και σε κοινωνία της στοιχειώδους επιβίωσης - χωρίς ΕΣΠΑ,
μεταδιδακτορικές υποτροφίες από τραπεζικά ιδρύματα, ίνσταγκραμ, κοκτέιλ
μπαρ και σύμφωνα συμβίωσης -, θα είναι ολοκληρωτικός, στρατοπεδικός,
φασιστικός.
Αυτή η συντηρητική μετατόπιση συμπληρώνεται από μια
ανακαινισμένη μεταπολιτευτική πολιτισμική ορθοφροσύνη που εκφέρεται
δυστυχώς από μερίδα της φιλελεύθερης φιλοευρωπαϊκής ελίτ. Με αφετηρία
την ορθή διαπίστωση ότι το μαύρο χρήμα και η κρατικοδίαιτη προσοδοθηρία
(μεγάλων και μικρών) προκαλούν ανυπόφορες κοινωνικές ανισότητες,
ορισμένοι ανομολόγητοι ελιτιστές τακτοποιούν ανοικτούς λογαριασμούς τους
με την «μπας κλας» κουλτούρα της ανώτερης και της μεσαίας τάξης.
Αξιόλογοι και έντιμοι άνθρωποι, με μέριμνα για μια δημοκρατική και
δίκαιη υπέρβαση της κρίσης, διολισθαίνουν στην ηθική αστυνόμευση της
ζωής, στον στιγματισμό αυτού που οι ίδιοι θεωρούν όχι απλώς ευτελές,
αλλά και καταγωγή των χρεοκοπικών μας δεινών. Αθελά τους συμβάλλουν στη
νεοσυντηρητική περικύκλωση της δημοκρατίας και στον εξαγνισμό της
φτώχειας. Το κάνουν προβαίνοντας σε μια (ελπίζω ασύνειδη) πνευματική
λαθροχειρία. Συγχέουν τα ηθικά συναισθήματα και τον τρόπο ζωής των
ατόμων με τις δημόσιες οικονομικές υποχρεώσεις των πολιτών. Ωστόσο
τίποτα δεν αποδεικνύει ότι η ενδημική φοροδιαφυγή είναι σύμφυτη με τον
πολιτισμό και τους συμβολισμούς της σπατάλης.
Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ,
για παράδειγμα, οξυδερκής και δίκαιος στην κριτική του προσέγγιση της
λογοτεχνίας, στο φύλλο των «ΝΕΩΝ» του περασμένου Σαββάτου (10/8/2013)
προσήλθε και αυτός στη νεοσυντηρητική κοινοτοπία κατηγορώντας τον
ελληνικό μικρο-μεγαλο-αστισμό για έλλειψη πατριωτικής ευθύνης, για την
παράδοσή του, το «κάψιμό» του στον φτηνιάρικο ηδονισμό. Η, στα όρια του
«μαγικού ρεαλισμού» (για να πατήσουμε και εμείς ξένα χωράφια),
«εκτίμηση» ότι ο Σόιμπλε θα περπατούσε στη θέα θαυματοποιού σαμπάνιας,
οι εθνοσεξιστικές χυδαιότητες του Ρέμου, οι μυριάδες των αθεώρητων
εισιτηρίων και φορολογικών παραβάσεων του σκυλοπόπ θέρους ήταν άριστες
αιτίες πολέμου κατά της Μυκόνου, της χλιδής, της κατανάλωσης. Πίσω όμως
από τον σκανδαλισμό που προκαλεί ο οικονομικός κυνισμός της νύχτας
κρύβεται μια βαθύτερη δυσανεξία, ξένη προς την αδιαπραγμάτευτη
φορολογική υποχρέωση των πολιτών: η απαρέσκεια μιας ελίτ μπροστά στο
«ξόδεμα», τη «χυδαία» γοητεία, τον σεξουαλικό πειραματισμό, τη
συναισθηματική ελαφρότητα και κάθε ενσάρκωση της «μέσης» εθνικής
κουλτούρας. Πίσω από το ανάθεμα στην αστική τάξη των
ραντιέρηδων/μεταπρατών είναι η απέχθεια για το μικροαστικό της
παρακολούθημα. Μαζί με την καταγγελία του παρασιτισμού και της
κρατικοδίαιτης πελατειακής εξάρτησης έρχεται η αφʼ υψηλού υποτίμηση των
ευτελών-λαμπερών απολαύσεων και των φορέων τους, που θα όφειλαν είτε να
εξαγνιστούν στο νάμα της νέας φτώχειας ή να αναλάβουν την ηθική ευθύνη
της εθνικής ανόρθωσης. Ετσι, δεν ψέγεται τόσο πολύ το μαύρο χρήμα του
εφήμερου ναρκισσισμού των «πλουσίων» όσο η κουλτούρα των μεσοστρωμάτων
και η ατελής αστικοποίησή τους.
Η ηθικολογία αυτή, παρότι αντλεί από τη
μετρημένη ελληνοευρωπαϊκή εικονολογία της Γενιάς του ʼ30 και τις
καλύτερες αστικές παραδόσεις, σήμερα διαβρώνει θεμελιώδεις προϋποθέσεις
της σύγχρονης δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας: την ατομική
ευδαιμονία, το δικαίωμα να ξοδεύεις τα χρήματά σου και να διαθέτεις το
σώμα σου όπως νομίζεις, τον πλουραλισμό και την ευπλαστότητα ταυτοτήτων,
και τη φαντασιακή μα αυτοδίκαιη επιθυμία για πλούτο. Η εγκρατής και
ταπεινή ζωή που υπογείως αντιπροτείνεται νομιμοποιεί την αντίδραση όσων
(προσποιητά και ιδιοτελώς) φρίττουν με την εξυγίανση των δημοσίων
οικονομικών και το Μνημόνιο, περιγράφοντάς τα ως ύπουλο σχέδιο των
καλβινιστών του Βορρά για «να μας κάνουν σαν τα μούτρα τους». Παραπέμπει
δε σε κάτι που δεν είναι διαχειρίσιμο από τη δημοκρατία, στη φτώχεια.
Με τον ίδιο τρόπο που η περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση δεν οδηγεί στη
χειραφέτηση αλλά μάλλον στο αντίθετό της, έτσι και η ιδεολογία της
στέρησης - εγκράτειας αντίκειται στον σύγχρονο καπιταλισμό και στην,
διάτρητη έστω, ατομικιστική δημοκρατία που τον συνοδεύει.
Η ευγενής
φορολογική αγωνία, όταν μεταπίπτει σε ηθικολογία, υποσκάπτει τη
δημοκρατία, όπως το κάνει και ο αριστερός αντισυστημισμός όταν αρνείται
να δει ότι το χρώμα της όποιας ριζικής μεταβολής θα είναι εν τέλει φαιό.
Είναι οι δύο όψεις του ίδιου μιζεραμπιλισμού. Εξάλλου, αν σε συνθήκες
φθόνου, ανασφάλειας και αποστέρησης νοήματος, δεν έχουμε οριστικά
απορρίψει τον ευρωπαϊκό κοινοβουλευτισμό είναι επειδή η καταναλωτική
ευδαιμονία ακόμη φαντάζει καπιταλιστικά και δημοκρατικά ανακτήσιμη, έστω
με λιγότερα χρήματα και μεγαλύτερο κόπο, έστω και πληρώνοντας τους
φόρους μας.
Ο δίκαιος φορολογικός επιμερισμός για την επίτευξη
πλεονασματικών προϋπολογισμών αποτελεί επαρκέστατο δημοκρατικό πρόταγμα
που δεν χρειάζεται κανένα ηθικολογικό συμπλήρωμα - η φοροδιαφυγή είναι
εγκληματική και κοινωνικά ανάλγητη αφʼ εαυτής. Απεχθής φοροφυγάς είναι
και αυτός που γελοιοποιείται πίνοντας σαμπάνια στην υγεία του «ανάπηρου
δυνάστη» και ο «άγιος» γονιός που χρηματοδοτεί τριπλές, παρατεταμένες,
αντιπαραγωγικές σπουδές «τέχνης» των τέκνων του στη Βρετανία ή σε άλλους
γνωστικούς παραδείσους.
Από τότε που τέλειωνα το
λύκειο, έχω το συναίσθημα ότι κάθε υπουργός Παιδείας βάζει προσωπικό στοίχημα
με τον εαυτό του να φτιάξει ένα χειρότερο σύστημα από τον προκάτοχό του.
Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και
με το νέο νομοσχέδιο για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που δόθηκε στη δημοσιότητα
αυτές τις μέρες. Οι ανακολουθίες προθέσεων και αποτελέσματος είναι προφανείς.
Η σημαντικότερη εξαγγελία
είναι ότι επιτυγχάνεται επιτέλους η αποσύνδεση λυκείου – εισαγωγικών εξετάσεων.
Πρόκειται περί κατάμουτρης κοροϊδίας. Πως μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι κάτι
τέτοιο καθίσταται εφικτό, όταν για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
προσμετράται και ο μέσος όρος των βαθμών των τριών τάξεων του Λυκείου;
Προφανής είναι επίσης και η
προσπάθεια να στηριχθεί τεχνητά και η τεχνική – επαγγελματική εκπαίδευση, με τεχνάσματα
όπως ο περιορισμός των επιλογών από τη Γενική εκπαίδευση, η μείωση των αριθμού
των εισακτέων της κλπ.
Η ουσία είναι ότι το νέο
σύστημα είναι τόσο στριφνό και δαιδαλώδες που, θα έλεγε κανείς, είναι φτιαγμένο
για να αποτύχει. Βέβαια ο κ. Υπουργός θα έχει κάνει το καθήκον του και δε θα
είναι πλέον εκεί για να λογοδοτήσει, όπως δε λογοδότησε κανείς από όσους
κατείχαν το ίδιο αξίωμα επί δεκαετίες για την κατάσταση στην οποία έχουν σύρει
την Ελληνική εκπαίδευση.
Προσωπικά δε θα μιλήσω για το
ότι οι μαθητές θα πιεστούν. Ίσως οι μαθητές θα πρέπει να πιεστούν κάπως, για να
επιτύχουν θετικά αποτελέσματα, αρκεί αυτό να γίνει με σωστό, ωφέλιμο, και
επιστημονικό τρόπο.
Ούτε επίσης είμαι αρνητικός
στο θέμα της βαθμοθηρίας, εφόσον βέβαια αυτή αντικατοπτρίζει συνεπή και
πραγματική προσπάθεια του μαθητή. Το θέμα με τη βαθμοθηρία είναι ότι “ittakestwototango”.
Θέλω να πω πως τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν οι καθηγητές οι οποίοι
ανταποκρίνονται με έναν άκομψο τρόπο στο κυνήγι του βαθμού, χαρίζοντας
πληθωριστικές βαθμολογίες.
Η μεγαλύτερη ένσταση μου
είναι ότι το παιδί στην ηλικία των 15 & 16 δεν είναι σε καμιά περίπτωση
έτοιμο να πάρει μια τόσο μεγάλη απόφαση που θα καθορίσει το τι επιστημονικό
κλάδο θα ακολουθήσει. Και αυτό το γεγονός δε λαμβάνεται υπ όψη από κανέναν από
τους ιθύνοντες. Λάβετε κατά νου ότι αυτή άποψη προέρχεται από κάποιον που του
άρεσαν τα αρχαία, τέλειωσε τρίτη δέσμη, προσπάθησε επανειλημμένα να γίνει
φιλόλογος ώσπου τελικά τα έφερε έτσι η ζωή και ανακάλυψε ότι η κλίση του ήταν
τα οικονομικά.
Ένα ακόμα ιδεολόγημα το οποίο
κυριαρχεί στους σχεδιασμούς, και με το οποίο διαφωνώ κάθετα, είναι ότι θα
πρέπει να περιοριστούν οι εισακτέοι στην επιστημονική εκπαίδευση, και να
διοχετευθούν σε τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση. Το οξύμωρο είναι ότι όσοι
προβάλλουν αυτήν την ελιτίστικη άποψη έχουν τελειώσει επιστημονική εκπαίδευση.
Θα έπρεπε λοιπόν να ξέρουν ότι η εκπαίδευση στο πανεπιστήμιο τρόπο σε εισάγει
σε διαφορετικές μεθόδους ανάλυσης καισε
έναν τρόπο σκέψης επιστημονικό, με τον οποίο μπορείς να αναλύεις διάφορα
ζητήματα και να παίρνεις ολοκληρωμένες αποφάσεις.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να
λέμε ότι δε χρειάζονται να γίνουν όλοι επιστήμονες ας γίνουν και κάποιοι
υδραυλικοί (λες κι έχουμε έλλειψη) αλλά να γίνουν, ει δυνατόν, και οι
υδραυλικοί επιστήμονες. Τα standardsόσο προοδεύει η κοινωνία πρέπει
να ανεβαίνουν. Όλο και περισσότεροι πρέπει να γίνονται κοινωνοί της
επιστημονικής γνώσης και του επιστημονικού τρόπου σκέψης. Με τον τρόπο που
προωθείται επικοινωνιακά το όλο θέμα δίνεται την εντύπωση ότι έχουμε να κάνουμε
απλά με τα παιδιά ενός κατώτερου θεού και ως εκεί.
Η ουσία είναι ότι ως την
ηλικία των 17 θα πρέπει το παιδί να παίρνει από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση,
μια ολοκληρωμένη γενική παιδεία, η οποία θα παρέχεται κοινά σε όλους. Σκοπός
της θα είναι η δημιουργία ολοκληρωμένων μελών της κοινωνίας με δικαίωμα στην
άποψη στη γνώση και στη γνώμη. Αυτό επιβάλλει ο νόμος της ισότητας απέναντι
στους θεσμούς της πολιτείας. Επίσης σε εκείνη περίπου την ηλικία ο νέος, έχοντας
περάσει αυτήν την προηγούμενη γενική εκπαίδευση, θα καλείται να πάρει μια
υπεύθυνη θέση για το τι πραγματικά θέλει να ακολουθήσει στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση. Εξυπακούεται ότι θα είναι ελεύθερος να δοκιμάσει αυτό που
πραγματικά επιθυμεί και θα του δοθούν ισότιμα όλες οι ευκαιρίες που
προβλέπονται γι αυτό το σκοπό.
Για να γίνουν τα παραπάνω
πρέπει να αλλάξουν άρδην και ριζικά πραγματικά πολλά στο σύστημα της
εκπαίδευσής μας.
Κατά αρχήν πρέπει να αλλάξει
η συνοχή των βαθμίδων της εκπαίδευσης.
Προνήπιο, νήπιο, και έως την
Δ΄ Δημοτικού θα είναι η νέα ενιαία βαθμίδα πρωτοβάθμια εκπαίδευσης. Από την
πρώτη κοινωνικοποίηση, τα πρώτα μαθήματα λόγου & γραφής έως την πλήρη
διδασκαλία των βασικών πράξεων αριθμητικής.
Από Ε΄ Δημοτικού έως και Γ΄
Γυμνασίου θα εκτείνεται η νέα ενιαία βαθμίδα δευτεροβάθμιας προλυκειακής
εκπαίδευσης. Σημαντικό προτέρημα αυτής της διάταξης θα είναι η αποφυγή
επικαλύψεων ύλης, όπως συμβαίνει τώρα σε μαθηματικά, ιστορία κλπ, κάτι το οποίο
θα καταστήσει παραγωγικότερη τη βαθμίδα αυτή της εκπαίδευσης. Εννοείται ότι δυο
ώρες δογματικά θρησκευτικά τη βδομάδα είναι έγκλημα. Εξοικονομώντας ώρες από τα
παραπάνω, θα δοθεί σε μαθήματα πολιτειακής αγωγής, και κοινωνικοποίησης
(μουσική, τέχνη, αθλητισμός) το βάρος που τους αρμόζει. Η ιστορία δε, και τα
μαθήματα παπαγαλίας γενικότερα, θα διδάσκονται διαδραστικά.
Οι σημαντικότερες αλλαγές θα
επέλθουν στο νέο Λύκειο, το οποίο θα περιλαμβάνει δυο τάξεις πλέον. Σε αυτές
τις δυο τάξεις θα διδάσκονται μαθήματα γενικής παιδείας, αλλά με το πρίσμα και
τις αυξημένες απαιτήσεις που αρμόζουν σε ένα υποψήφιο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Με αυτόν τρόπο τελειώνοντας κάποιος το Λύκειο θα έχει κατά τεκμήριο την
απαιτούμενη κριτική ικανότητα, αλλά και ένα ευρύ πεδίο γνώσεων σε
προεπιστημονικό επίπεδο ως εφόδιο για τη ζωή του.Εννοείται ότι για μαθητές οι οποίοι για
μαθησιακούς λόγους αδυνατούν να παρακολουθήσουν αυτή τη βαθμίδα θα υπάρχουν
εναλλακτικές διέξοδοι τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης.
Η Γ΄ τάξη του παλαιού Λυκείου
θα αποτελεί πλέον ένα υβριδικό μόρφωμα προπανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ο
μαθητής θα έχει αποφασίσει ήδη ποιο επιστημονικό (έναν) τομέα θέλει να
ακολουθήσει. (Μαθηματικό, φυσικό, χημικό, οικονομικό, νομικό, φιλολογικό κλπ). Με
την προϋπόθεση ότι θα έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τις δυο τάξεις του νέου λυκείου,
θα δηλώνει το πανεπιστήμιο που επιθυμεί να φοιτήσει, και το επιστημονικό πεδίο
το οποίο προτιμά. Η κάθε σχολή θα έχει ανακοινώσει πριν την επιλογή του
υποψήφιου, πόσους εισακτέους θα κάνει δεκτούς, μετά το πέρας αυτού του έτους,
κάτι το οποίο θα είναι γνωστό στον υποψήφιο ως δεδομένο για να πάρει την
απόφασή του. Υπό την εποπτεία και την καθοδήγηση της συγκεκριμένης σχολής θα
διδάσκονται από δευτεροβάθμιους καθηγητές προαπαιτούμενα μαθήματα για το
συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, και στα οποία θα εξετάζονται με τη μορφή
πλήθους ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής για την κατανόηση του μαθήματος. Οι
ερωτήσεις θα τίθενται, καθώς και θα βαθμολογούνται από επιστημονική επιτροπή
της επιθυμητής σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που έχει δηλώσει ο υποψήφιος,
και θα είναι το μόνο κριτήριο για την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο, έως την
πλήρωση των προκηρυγμένων θέσεων.
Σε περίπτωση αποτυχίας του
υποψηφίου, ο τελευταίος θα μπορεί να αιτηθεί την εισαγωγή του σε άλλη σχολή με
παρεμφερές επιστημονικό πεδίο, και κενές θέσεις, η οποία θα κάνει, εάν θέλει, δεκτή
την ήδη αποκτηθείσα βαθμολογία, από τη σχολή την οποία απέτυχε. Εάν δε το
κατορθώσει θα μπορεί να προσπαθήσει πάλι την επόμενη χρονιά, και για όσες
χρονιές θέλει, συμμετέχοντας απευθείας στα τεστ πολλαπλής επιλογής (χωρίς
δηλαδή υποχρεωτική παρακολούθηση μαθημάτων).
Παράλληλα με τις δημόσια
τριτοβάθμια εκπαίδευση θα λειτουργεί ισότιμα και ιδιωτική, η οποία θα πληροί
συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια και standards. Για λόγους ισότητας ένα από αυτά θα είναι η ύπαρξη
προπαρασκευαστικού έτους αντίστοιχου με το παραπάνω.
Είναι προφανές ότι η
ελευθερία στην επιλογή, αλλά και η πλήρης ενημέρωση των υποψηφίων στο σωστό
χρόνο για τις παρεχόμενες θέσεις εισαγωγής, θα δημιουργήσει το έδαφος για
ορθολογικές αποφάσεις, ως προς την τελική επιλογή του υποψηφίου, ωθώντας το σύστημα στην αυτοϊσορρόπισή του.
Επίσης, αν η πολιτεία κρίνει
ότι θα πρέπει να διοχετευθούν υποψήφιοι σε συγκεκριμένες επιλογές, τότε αυτές
οι επιλογές θα πρέπει με κάποιο τρόπο να πριμοδοτηθούν. Σε κάθε περίπτωση όμως
η τελική επιλογή θα είναι του υποψηφίου, ο οποίος θα φέρει και το βάρος της
ευθύνης της επιλογής του.
Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι
το σχέδιο της μόνης πραγματικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, την οποία έχει
ανάγκη ο τόπος. Κάθε άλλη προσπάθεια, είναι καταδικασμένη να αποτύχει γιατί
στοχεύει στο να εξυπηρετήσει κατεστημένα συμφέροντα αντί να θέτει, όπως θα
έπρεπε, ως επίκεντρο τον ίδιο το μαθητή και τις ανάγκες του.