ΦΙΛ

ΦΙΛ

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Γίνονται ή δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις; To λάθος ερώτημα (Του Πασχάλη Αγανίδη*)

Οι απαντήσεις στο ερώτημα «γίνονται ή δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις;» είναι συχνά αντιφατικές και δημιουργούν παρανοήσεις. Ενώ τα τελευταία χρόνια η νομοθετική παραγωγή είναι ογκώδης, δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα η άποψη που ισχυρίζεται ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι βαθύτερη συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες γιατί το πολιτικό σύστημα (και η τρόικα) έδειξε μεγαλύτερη έμφαση στην (άδικα επιμερισμένη) δημοσιονομική προσαρμογή, αντί στην προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό του κράτους και την προσαρμογή της πραγματικής οικονομίας στους οικονομικούς κύκλους και στη διεθνοποίηση της παραγωγής. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, που είναι κυρίαρχη τόσο στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα όσο και στους εγχώριους μεταρρυθμιστές, το βασικό μας πρόβλημα είναι ότι δεν υλοποιούνται περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, με γρηγορότερο ρυθμό. Οι πιο διαδεδομένες εξηγήσεις του προβλήματος είναι οι αγκυλώσεις του πολιτικού συστήματος, η ισχύς των οργανωμένων συμφερόντων και η θεσμική μας «κληρονομιά» που ευνοεί την ακινησία και όχι την αλλαγή.

Πάντως, παρά την εξηγητική ισχύ του παραπάνω επιχειρήματος, το εύρος των ρυθμιστικών παρεμβάσεων και των θεσμικών αλλαγών στην οικονομία και στη δημοσιονομική διακυβέρνηση δεν μπορεί να προσπεραστεί. Μάλιστα, σε μετρήσεις απόκρισης και προσαρμογής των οικονομιών στις κατευθυντήριες πολιτικές–μεταρρυθμίσεις διεθνών οργανισμών η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των σχετικών κατατάξεων. Η συζήτηση βρίσκεται μπροστά στο παράδοξο η Ελλάδα να έχει πρόβλημα μεταρρυθμίσεων ενώ είναι πρωταθλήτρια των μεταρρυθμίσεων!

Η προφανής απάντηση σ’ αυτό το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα ξεκινά από μια πολύ χαμηλή αφετηρία. Το περιθώριο για θεσμικό catch-up με τις πιο αναπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι πολύ μεγάλο. Επομένως, η ανάπτυξη και ο μετασχηματισμός της οικονομίας προϋποθέτουν όλο και περισσότερες μεταρρυθμίσεις. Καμία αντίρρηση, άλλωστε μια διαφορετική άποψη θα σήμαινε και το τέλος της πολιτικής. Ωστόσο, το πρόβλημα με αυτή τη θέση ξεκινά από τη στιγμή που οι μεταρρυθμίσεις περιβάλλονται με το πέπλο της ουδετερότητας, σε ένα πλαίσιο όπου το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία μοιάζουν περισσότερο με εξωγενείς παράγοντες. Ενα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να είναι μια checklist, ένα μενού πολιτικών που πρέπει να υλοποιηθεί με κάθε συνθήκη, χωρίς κατάλληλο χρονισμό, χωρίς συμπληρωματικότητες, χωρίς συνοδευτικές οικονομικές πολιτικές. Αυτή είναι και μια σοβαρή «πληγή» του προγράμματος προσαρμογής και αποτυπώνεται και στη μονότονη ευρωπαϊκή προτροπή περί «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».

Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα αυτού του προβλήματος. Η έλλειψη συμπληρωματικότητας στις αλλαγές στην αγορά εργασίας. Η μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας που σε συνδυασμό με την ύφεση δημιούργησαν έναν μεγάλο πληθυσμό ανέργων και φτωχών εργαζομένων, όχι μόνο συνοδεύτηκε από περιστολή στην κοινωνική δαπάνη, αλλά, κυρίως, δεν συμπληρώθηκε από μια ουσιαστική μεταρρύθμιση στο κοινωνικό κράτος που θα δημιουργούσε ένα αποτελεσματικό δίχτυ ασφαλείας για τους πιο αδύναμους.

Ο κακός χρονισμός των αλλαγών στη δημόσια διοίκηση παράγει θεσμικές μεταβολές χωρίς εμφανή βελτίωση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, ενώ διαβρώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ των εταίρων της μεταρρύθμισης (κυβέρνηση – εργαζόμενοι). Η αξιολόγηση δεν νοείται ως ευκαιρία όταν χρησιμοποιείται εργαλειακά και με μεγάλη καθυστέρηση, περισσότερο ως παρακολούθημα ποσοτικών στόχων απολύσεων και λιγότερο ως σύστημα δημιουργικής μισθολογικής διαφοροποίησης, επιβράβευσης και ανέλιξης.

Το κακό παράδειγμα εμβληματικών αλλαγών που διαμόρφωσαν τη στρεβλή εικόνα ότι οι μεγάλες αλλαγές είναι ασυμβίβαστες με τη Δημοκρατία υποτιμά ακόμα περισσότερο το νόμισμα της μεταρρύθμισης, την εμπιστοσύνη. Πολύ λίγοι μπορούν να ισχυριστούν σήμερα ότι έχουμε μια καλή, διαφανή και αποτελεσματική δημόσια τηλεόραση.

Επίσης, δεν μπορεί να αγνοείται διαρκώς ο ρόλος της μακροοικονομικής πολιτικής στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε ένα σισύφειο έργο, να προωθεί μεταρρυθμίσεις σε ένα περιβάλλον συνεχούς ύφεσης, χαμηλών προσδοκιών, σκληρής δημοσιονομικής περιστολής και μιας μπλοκαρισμένης νομισματικής πολιτικής.

Με αυτές τις παραδοχές, η ισχύς του επιχειρήματος ότι η Ελλάδα δεν κάνει μεταρρυθμίσεις σχετικά απομειώνεται. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για να φτιαχτούν καλοί θεσμοί στο κράτος και στην οικονομία χρειάζονται βοηθητικές οικονομικές πολιτικές, πολιτικό σχέδιο με χρονισμό και συμπληρωματικότητες, ώστε οι απαραίτητες συγκρούσεις για την αλλαγή τους status quo να μην παράγουν μόνο τυφλές διαιρέσεις και έλλειμμα εμπιστοσύνης, αλλά και συναίνεση. Το ερώτημα αν γίνονται ή δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις είναι ένα λάθος ερώτημα. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ποιες μεταρρυθμίσεις γίνονται, γιατί, πότε και πώς και με ποιες πολιτικές μπορούν να «αποζημιώνονται» οι βραχυπρόθεσμα χαμένοι και να κατανέμονται δίκαια τα οφέλη στους μακροπρόθεσμα κερδισμένους.

Η πραγματική πολιτική συζήτηση, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τις κυβερνήσεις και τα κόμματα, πρέπει να είναι γύρω από μερικές θεμελιώδεις αρχές που αμφισβητούν τη σημερινή «συμβατική σοφία». Οπως ότι η Δημοκρατία δεν μπορεί να είναι ασυμβίβαστη με τις διαρθρωτικές αλλαγές και ότι η υπεράσπιση των αδυνάτων και η καταπολέμηση των ανισοτήτων δεν μπορούν να είναι το αβέβαιο αποτέλεσμα της ανάπτυξης που κάποτε θα έρθει, αλλά οι βασικές προϋποθέσεις της.

Αυτό, άλλωστε, σημαίνει ότι δεν υπάρχει πέπλο ουδετερότητας στις μεταρρυθμίσεις, αλλά αυτές εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο πολιτικής και ιδεολογικής σύγκρουσης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών, μεταξύ πολιτικής και τεχνοκρατίας, μεταξύ μεταρρυθμιστικής ισοπέδωσης και δίκαιης αλλαγής.

………………………………………………………………………………………….

* Οικονομολόγος – πολιτικός επιστήμονας

πηγή: efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου